«Ανεξάρτητοι ή συνεργαζόμενοι;»

Το ερώτημα σταθερό αν και όχι πάντα διατυπωμένο με σαφήνεια. Πως διασφαλίζονται σήμερα και υπό τις εξαιρετικές αυτές συνθήκες, τα αιτήματα της σοσιαλδημοκρατίας; Από αυτόνομους πολιτικούς σχηματισμούς ή από ένα “εισοδισμό” στα κόμματα που μέχρι σήμερα κάλυπταν τα δεξιά και τα αριστερά του κέντρου (ΝΔ/ΠΑΣΟΚ) ή ακόμη και το χώρο της κυβερνώσας αριστεράς;

Γράφει ο Χρήστος Λόλας στο factnews.gr

Σε αυτό το ερώτημα συνυπάρχουν δύο προσεγγίσεις, μία πολιτική και μία στρατηγική.

Η πολιτική προσέγγιση αφορά τα προοδευτικά αιτήματα αυτά καθαυτά και το πώς τοποθετούνται οι κεντρώες απολήξεις των κομμάτων απέναντι στη δυναμική και την ανάγκη επικαιροποίησης τους.

Ως βασικά αιτήματα της σοσιαλδημοκρατίας διαχρονικά αλλά και επίκαιρα θα μπορούσαμε να ορίσουμε συνοπτικά τα εξής: ανισότητα, ανοιχτότητα/συμπερίληψη, δημοκρατικοί θεσμοί και ευρωπαϊσμός.

Όσον αφορά την οικονομική ανισότητα, παρατηρούμε μία κεντροδεξιά που έλκεται από συντηρητικά μοντέλα του προηγούμενου αιώνα τα οποία κατά βάση θεωρούν τη διαλεκτική σχέση μεταξύ των οικονομικών της ζήτησης και της προσφοράς ως παιγνίδι μηδενικού αθροίσματος. Επιμένει δε να αντιμετωπίζει την ανάπτυξη αποκλειστικά ως προϊόν προνομιακής φορολόγησης και να τη συνδέει με σχέση αποκλειστικού αιτίου-αιτιατού με τη γενικευμένη ευημερία την ώρα που πλήθος δεδομένων τη διαψεύδουν. Από την άλλη το ΠΑΣΟΚ, αμήχανο απέναντι στα αμείλικτα δεδομένα της παγκόσμιας ανισότητας, δυσκολεύεται να επικαιροποιήσει το αίτημα και να αποδεχτεί το μοντέλο της αναδιανομής χρήματος αντί της αναδιανομής υπηρεσιών που δημιουργεί de-facto υπερτροφικά κράτη, παραμένοντας μονίμως εγκλωβισμένο σε μία κατά βάση κρατικιστική αντίληψη και αποδυναμώνοντας έτσι την αναπόφευκτη αποδοχή της φορολογίας ως το βασικό εργαλείο άρσης των ανισοτήτων. Από την άλλη, αργεί χαρακτηριστικά να αφαιρέσει από τα “χείλη” του τη ζάχαρη του κορπορατισμού και των σχέσεων με ένα στρεβλό τραπεζικό σύστημα και αυτό του αφαιρεί τη δυνατότητα να χτυπηθεί με τους πρώην “συμμάχους” του στα ίσια.

Η κυβερνώσα αριστερά τέλος δεν ξέρει να κάνει τίποτα άλλο από το να εκτελεί τους φετφάδες λιτότητας της ευρωπαϊκής δεξιάς και την ίδια στιγμή να βάζει φόρους σε ό,τι κινείται για να χρηματοδοτήσει το δικό της κομματικό κράτος. Λογικό να μην υπάρχει καμία βελτίωση στους δείκτες ανισότητας της χώρας.

Στο πεδίο της σύγκρουσης του ανοιχτού με το κλειστό τα πράγματα είναι ακόμη χειρότερα. Και τα τρία κόμματα (και ιδιαίτερα οι κεντρώοι διάδρομοι τους) έχουν ταυτιστεί πλήρως με όλα τα κλειστά συστήματα του τόπου. Και αυτή είναι μία κατάσταση που αλλάζει πολύ δύσκολα. Η “κλεισούρα” της χώρας αποτελεί τη νούμερο ένα αιτία της κρίσης και των μνημονίων και πολλοί από τους πρωτεργάτες της βρίσκονται ακόμα εντός όλων των κομμάτων σε εξέχουσες θέσεις. Ακριβώς για αυτό ολοένα και περισσότεροι κατανοούν πλέον ότι οι κλειστές πόρτες της πολιτικής και της οικονομίας δεν ανοίγουν ποτέ από μέσα.

Όσον αφορά τους θεσμούς και τη δημοκρατία, αποτελούν ίσως το μόνο πεδίο στον οποίο το ΠΑΣΟΚ δείχνει ενδιαφέροντα αντανακλαστικά την ώρα που η ΝΔ παλεύει να απεγκλωβιστεί από τον ακραίο θεσμικό συντηρητισμό της προηγούμενης κυβέρνησης τοποθετώντας προκλητικά τα θεσμικά ζητήματα σε δεύτερο πλάνο ενώ η κυβέρνηση της αριστεράς κινείται σε πάρα πολλές περιπτώσεις στα όρια της δημοκρατικής και συνταγματικής νομιμότητας.

Τέλος, σε σχέση με τον ευρωπαϊσμό, το αίτημα για ριζική αλλαγή των θεσμών της Ευρώπης και πολιτική ολοκλήρωση έχει εκφυλιστεί πλήρως από τη λαϊκιστική κυβέρνηση της χώρας και έχει καταντήσει σχεδόν ανέκδοτο. Απέναντι σε αυτή τη δραματική εξέλιξη έχουμε τη ΝΔ κι ένα κομμάτι του ΠΑΣΟΚ που έχουν προσχωρήσει στο δόγμα “Ευρώπη να ναι και ότι να ναι” και ένα άλλο κομμάτι του ΠΑΣΟΚ που θέλοντας να μιμηθεί τους Ευρωπαίους σοσιαλιστές κατάντησε μία μηχανή παραγωγής νέων αξιωματούχων, “κόκκινων selfies” κι ενός ασθενικού αναθεωρητισμού που χρησιμεύει μάλλον ως άλλοθι αδράνειας. Σε ένα τέτοιο κομματικό πλαίσιο, το πολύπαθο αίτημα για πραγματική θεσμική αλλαγή της Ευρώπης στην κατεύθυνση της ολοκλήρωσης κινδυνεύει να εκφυλιστεί έτι περαιτέρω. Ένα αίτημα τέτοιου μεγέθους και πολυπλοκότητας είναι ανάγκη να ανανεωθεί και να εκφραστεί από νέες δυνάμεις κατά το δυνατόν απογαλακτισμένες από το παραδοσιακό διακυβερνητικό μοντέλο υπερβαίνοντας πιθανόν ακόμη και αρχές ταμπού όπως η ομοφωνία και η ανάγκη για συνεχή διεύρυνση.

Είναι σαφές λοιπόν ότι το τοπίο που έχουν διαμορφώσει τα υπάρχοντα κόμματα της μεταπολίτευσης και των κεντρώων εκδοχών τους, δεν μπορεί να αποτελέσει ελπιδοφόρα βάση για τη δημιουργία σταθερών φορέων των νέων ριζοσπαστικών προοδευτικών αιτημάτων.

Και αυτό μας φέρνει στο πεδίο των στρατηγικών επιλογών. Οι δυνατότητες δημιουργίας, προβολής και επιρροής των πολιτικών ομάδων “από τα κάτω” έχουν αυξηθεί δραματικά τα τελευταία χρόνια εξαιτίας κυρίως της τεχνολογίας. Αυτό δημιουργεί εξ ορισμού ένα διαφορετικό διαλεκτικό σύστημα σχέσεων μεταξύ των διαφόρων επιπέδων πολιτικής οργάνωσης. Με λίγα λόγια, πολλοί από τους λόγους που καθιστούσαν παλαιότερα επιβεβλημένη την συμμετοχή αποκλειστικά μέσω ενός σταθερού κόμματος δεν υφίστανται πλέον. Παράγεται ως εκ τούτου ένα πλαίσιο ευελιξίας και συνεχούς μετατόπισης των ορίων μεταξύ υπαρχόντων κομμάτων, νέων κομμάτων και οργανωμένων πολιτικών ομάδων.

Στους υπάρχοντες κομματικούς μηχανισμούς απομένει λοιπόν μόνον ένας τρόπος για να παραμείνουν ελκυστικοί για τους πολίτες: να προσαρμόζονται με ολοένα και μεγαλύτερη ταχύτητα στα αιτήματα για πραγματική αλλαγή και ανανέωση. Η ανάγκη για ευελιξία και προσαρμοστικότητα των προοδευτικών σχηματισμών γίνεται ολοένα και πιο επιτακτική σε ένα περιβάλλον αυξανόμενου πολιτικού δαρβινισμού που σε αυτή τη συγκυρία φαίνεται να ευνοεί τον λαϊκισμό.

Δυστυχώς τα παραδοσιακά ελληνικά κόμματα και οι πρώην ή νυν άνθρωποι τους φαίνεται να έχουν χάσει τελεσίδικα την ευκαιρία που απλόχερα παρείχε η κρίση για ουσιαστικές προοδευτικές ανατροπές.

Θα μπορούσαμε να συζητήσουμε τις δοκιμασμένες πρακτικές σταδιακής αλλαγής συσχετισμών εντός των παραδοσιακών κομμάτων αλλά αυτές αφορούν είτε άλλες εποχές είτε άλλα μέρη του πλανήτη. Αυτή η χώρα πλέον δεν προλαβαίνει και οι προοδευτικοί της πολίτες δεν έχουν την πολυτέλεια να χάσουν χρόνο σε κόμματα που μετά από όσα συνέβησαν στις ζωές μας επιμένουν να επιζητούν την απλή εναλλαγή αντί της ουσιαστικής αλλαγής.

*Ο κ.Χρήστος Λόλας είναι μηχανικός, μέλος της πολιτικής κίνησης “Μπροστά”

Δείτε επίσης

Τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ ξεχνούν ότι συμμετείχαν σε θέσεις του κρατικού μηχανισμού, την περίοδο που κατακρίνουν…

Έγραφα στο προηγούμενο άρθρο «Το σύνδρομο του οδοστρωτήρα» για την προσπάθεια ορισμένων αναλυτών και σχολιαστών να ισοπεδώνουν πρόσωπα και κόμματα και να «τσουβαλιάζουν» αδιακρίτως. Κι αυτό είναι μια επιχείρηση που πιθανόν να έχει κάποιους λόγους τους οποίους μόνον αυτοί γνωρίζουν.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *