Αθήνα

21 oC

αίθριος καιρός

Η ιστορική και προφητική ομιλία του Ανδρέα το 1992 για την Ευρώπη

Η ομιλία στη Ανδρέα Παπανδρέου στη Βουλή για τη Συνθήκη του Μάαστριχτ

28 Ιουλίου 1992

 Στις 28 Ιουλίου ο Ανδρέας Παπανδρέου εκφώνησε στη βουλή μια ιστορική ομιλία κατά τη συζήτηση για την επικύρωση της συνθήκης του Μάαστριχτ. Πρόκειται για ένα κείμενο το οποίο είναι ακόμα και σήμερα διαχρονικό. Ο ιστορικός ηγέτης του ΠΑΣΟΚ μίλησε για την Ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, το κόστος της προσαρμογής ενώ εντύπωση προκαλούν οι "προφητικές" προειδοποιήσεις του.

Το The Caller δημοσιεύει σήμερα το κείμενο αυτής της ιστορικής ομιλίας 


  • Με δεδομένο ότι το ΠΑΣΟΚ θα ψηφίσει την κύρωση της Συνθήκης του Μάαστριχτ, έχουμε χρέος να περιγράψουμε και να προβάλλουμε ορισμένες κρίσιμες πτυχές της. Όμως το ΠΑΣΟΚ δεν πρόκειται να πει στο Λαό μόνο τα αναμενόμενα οφέλη, ούτε να ωραιοποιήσει την εικόνα. Αντίθετα πρέπει να τονίσει με ειλικρίνεια το κόστος αυτής της προσαρμογής. Θα πρέπει ο Έλληνας πολίτης να ξέρει τι να περιμένει στο τέλος της πορείας, αλλά και τι θα έχει καταβάλει για να φθάσει στο τέρμα αυτής της δύσκολης και άνισης πορείας.  Για τούτο έχουν ζωτική σημασία οι αναλύσεις, οι θέσεις και προτάσεις μας, γιατί μπορούν να αποτελούν την πυξίδα της Ελλάδας και του Ελληνικού Λαού στο γίγνεσθαι κυρίως της Ευρώπης αλλά και του κόσμου γενικώς για μια κυοφορούμενη ξεχωριστή και σημαντική ιστορική περίοδο.
  1. Με την κατάρρευση του Ανατολικού μπλοκ και πολλών χωρών του «υπαρκτού Σοσιαλισμού» άλλαξε πράγματι η παγκόσμια ισορροπία. Είναι κοινός τόπος πια, ότι υπάρχει μόνο μία στρατιωτική υπερδύναμη, οι ΗΠΑ. Είναι όμως ταυτόχρονα γνωστό, ότι από οικονομικής πλευράς δεν είναι η μόνη υπερδύναμη. Υπάρχουν και άλλοι διακριτοί πόλοι. Αυτή η ίδια, οι ΗΠΑ, η «Ευρώπη – Γερμανία», ή «Γερμανία – Ευρώπη», αυτό θα κριθεί στην πορεία, η Ιαπωνία και η Κίνα με την Νοτιοανατολική Ασία και δυνητικά η Ρωσία μετά την βαθιά της κρίση.

Το σημαντικό για μας είναι, ότι οι ΗΠΑ είναι σε στάση μάχης, τόσο απέναντι στην Ιαπωνία όσο και απέναντι στην Ευρώπη, στην ΕΟΚ.  Η σύγκρουση ΗΠΑ – ΕΟΚ είναι μια σύγκρουση που άλλες φορές είναι φανερή και άλλες φορές γίνεται στα κρυφά.  Αυτή η πολύπτυχη σύγκρουση έχει ως πεδίο αναφοράς και αναμέτρησης τους εξής τρεις τουλάχιστον τομείς.

  • Το πρώτο πεδίο διαφωνιών και συγκρούσεων αφορά την συμφωνία GATT. Φυσικά αν αποτύχουν αυτές οι διαπραγματεύσεις γιατί υπάρχουν διαφορές απόψεων οξύτατες μεταξύ ΗΠΑ και Ευρώπης, ιδιαίτερα Γαλλίας, θα πρέπει να αναμένουμε έναν εμπορικό πόλεμο άνευ προηγουμένου με συνακόλουθο την ύφεση και ανεργία σε μεγάλη κλίμακα.
  • Το δεύτερο πεδίο διαφωνιών και συγκρούσεων αφορά το Ευρωπαϊκό Σύστημα Ασφάλειας. Σε αυτό το θέμα η διαφωνία είναι σημαντική και συνδέεται με το σύστημα ασφάλειας της Ευρώπης, και με την απάντηση στο ερώτημα αν θα είναι ευρωπαϊκό ή αν θα είναι στην ουσία ατλαντικό. Υπάρχει το θέμα και δεν έχει κλείσει, αν και ουσιαστικά νομίζω κινείται προς ένα μείγμα ευρωπαϊκού-ατλαντικού, ίσως σε σχήμα διαφορετικό, θεσμικά διαφορετικό, αλλά στην ουσία ανάλογο με αυτό που ίσχυε στο παρελθόν.
  • Το τρίτο πεδίο σύγκρουσης αφορά τη διεύρυνση των χωρών της ΕΟΚ. Είναι σαφής η προσπάθεια των ΗΠΑ να προχωρήσει η διεύρυνση της ΕΟΚ το γρηγορότερο δυνατόν, ώστε τελικά με τη διεύρυνση να δυναμιτιστεί η προσπάθειά της, τόσο της εμβάθυνσης της ΕΟΚ όσο και της πολιτικής και οικονομικής Ένωσης της Ευρώπης. Να μετατραπούμε ξανά, αν θέλετε μοιραία, σε Ζώνη Ελευθέρων Συναλλαγών.
  1. Τις θέσεις των ΗΠΑ ενστερνίζεται οπωσδήποτε η Αγγλία. Σε ό,τι αφορά την ολοκλήρωση της Ενωμένης Ευρώπης και μπαίνει και βγαίνει από τη Νομισματική Ένωση, έτσι δεν είναι σαφής η θέση της. Στον κοινωνικό τομέα έχει πάρει θέση αρνητική. Ταυτόχρονα σε ό,τι αφορά την ευρωπαϊκή ασφάλεια, στηρίζει την ατλαντική εκδοχή σαφώς όπως και οι ΗΠΑ.
  • Η Γερμανία προωθεί ταυτόχρονα και την ολοκλήρωση αλλά και την διεύρυνση και μάλιστα σε μεγάλη κλίμακα. Υπήρχε μία εποχή που ο Υπουργός Εξωτερικών Γκένσερ, γυρνούσε στην Ευρώπη και έδινε υποσχέσεις σε όλες τις χώρες ότι θα ενταχθούν στην ΕΟΚ.  Είναι επίσης η Γερμανία που έχει ξεχωριστή πολιτική να αναπτύξει έντονα την πολιτική της παρουσία ισοδύναμα με την οικονομική της παρουσία στην Κεντρική Ευρώπη, τα Βαλκάνια και γενικότερα τις Παραδουνάβιες Χώρες.

Αυτή η στρατηγική της Γερμανίας αποτελεί έναν αγώνα για τη δημιουργία σφαιρών επιρροής, που μας πάνε πίσω περίπου έναν ολόκληρο αιώνα.  Παραμένει, βέβαια, πάντα το ερώτημα, σε όλη αυτή την πορεία, εάν πορευόμαστε προς μία «Ευρωπαϊκή Γερμανία», ή προς μία «Γερμανική Ευρώπη».

Ας δώσουμε ένα παράδειγμα. Πρόσφατα η Γερμανία αύξησε το επιτόκιο, την ώρα που όλοι στην Ευρώπη και στην Αμερική ζητούσαν να μην το κάνουν, διότι η πορεία προς την ύφεση είναι σαφής. Και όμως το έκαναν. Εύλογα διερωτάται κανείς σε ποιο μέτρο μπορεί να στηρίζεται η Ευρώπη στην Γερμανική αλληλεγγύη.

  • Ο στόχος της Γαλλίας είναι η ταχύτερη δυνατή ενσωμάτωση της Γερμανίας στην ενωμένη Ευρώπη και αυτό για λόγους μακροπρόθεσμης ισορροπίας και ασφάλειας στην Ευρώπη.
  • Στο πλαίσιο της ΕΟΚ σοβούν πάντα η σύγκρουση Βορρά και Νότου. Και αυτό γιατί η Ενιαία Αγορά όταν απουσιάζει κάθε άλλη ουσιαστική πολιτική σύγκλισης και συνοχής πολύ υψηλότερου επιπέδου οξύνει τις αντιθέσεις. Οξύνει τις ανισότητες, όχι μόνο ανάμεσα σε Κράτη – Μέλη, αλλά ανάμεσα και σε περιοχές - περιφέρειες, οι οποίες είναι καθυστερημένες και σε άλλες που είναι προχωρημένες.

Άλλωστε, αυτό είναι η τύχη μιας Ενιαίας Αγοράς πάντοτε.  Εάν δεν υπάρξουν κάποια ουσιαστικά μέτρα, κάποιες αποτελεσματικές παρεμβάσεις θα μεγαλώσουν οι αποστάσεις και οι αποκλίσεις ανάπτυξης ανάμεσα στις πλούσιες και τις φτωχές περιφέρειες, θα οξυνθούν αντί να γεφυρωθούν οι αντιθέσεις στις χώρες Βορρά και Νότου.

  • Αναφέρομαι σε όλα αυτά, σε αυτές τις αποκλίσεις συμφερόντων και στρατηγικών, για να τονίσω τους κινδύνους που ελλοχεύουν στην πορεία προς τη δημιουργία της Ενωμένης Ευρώπης, ως μιας πραγματικής Ευρωπαϊκής Ομοσπονδίας. Επίσης, για να τονίσω ταυτόχρονα πως κάθε Κράτος – Μέλος διεκδικεί τα δικά του συμφέροντα, έχει τη δική του εθνική στρατηγική. Ακριβώς αυτή η εθνική στρατηγική λείπει στην Ελλάδα, δεν διαμορφώθηκε ποτέ από την Κυβέρνηση της Ν.Δ. Όσο καιρό βρίσκεται στην εξουσία η Ν.Δ. δεν διαμόρφωσε ποτέ μία σαφή εθνική στρατηγική, που περιλαμβάνει, φυσικά, και την πορεία μας προς την Ενωμένη Ευρώπη.
  1. Η Ελλάδα είναι η μόνη χώρα της Δύσης που μπορεί να έχει το προνόμιο να είναι η μόνη βαλκανική χώρα που είναι στην ΕΟΚ, αλλά είναι και η μόνη χώρα της Δύσης που αντιμετωπίζει νέα και έντονα προβλήματα ασφάλειας, ως αποτέλεσμα του τερματισμού του ψυχρού πολέμου.

Το τόξο απειλής τώρα εκτείνεται από την Άγκυρα μέχρι τα Τίρανα, μέσω Σόφιας και Σκοπίων αλλά, δυναμικός πυρήνας είναι και παραμένει η Άγκυρα. Εμείς όμως επιμένουμε, με όλα τα εθνικά μας θέματα ανοικτά, να υπογράψουμε σύμφωνο φιλίας με την Τουρκία και να της παραχωρήσουμε πιστοποιητικό καλής διαγωγής, πριν ακόμη κλείσουν οι συζητήσεις για το Κυπριακό.

  • Σε ό,τι αφορά την εξωτερική πολιτική της ΕΟΚ πρέπει να λέμε την αλήθεια. Υπέστη μεγάλη δοκιμασία κατά τη διάρκεια του πολέμου του Κόλπου.

Στάθηκε, όμως, ενωμένη πού; Μόνο στην περίπτωση της διάλυσης της Γιουγκοσλαβίας και στην πορεία εξουθένωσης της Σερβίας. Οι συνέπειες είναι οδυνηρές και το μέλλον αβέβαιο στα Βαλκάνια. Και έχει τεράστια ευθύνη η Κοινότητα, τα μέλη της, όλα ανεξαιρέτως, ιδιαίτερα η Γερμανία, γι’ αυτές τις εξελίξεις.

  • Είναι βέβαιο, ότι η διάλυση της Γιουγκοσλαβίας εγκυμονεί κινδύνους και για μας. Γι’ αυτό πρέπει με κάθε τρόπο, αν θέλουμε να παίξουμε τον πρωταγωνιστικό ρόλο που μας ανήκει, θα πρέπει να κινηθούμε μόνο στα πλαίσια ειρηνευτικών προσπαθειών. Να είμαστε παντού ο πρόμαχος της ειρήνης. Να μην αναμειχθούμε σε στρατιωτικές επεμβάσεις –δυστυχώς το πρώτο βήμα έγινε με τον ναυτικό αποκλεισμό- γιατί το μέλλον για την Ελλάδα στη βαλκανική μπορεί να είναι πράγματι σημαντικότατο. Η ενδοχώρα των Βαλκανίων είναι μεγάλη υπόθεση. Η Θεσσαλονίκη σαφώς είναι μια πόλη με τεράστιους ορίζοντες για το μέλλον. Όμως η ειρήνη και τα ασφαλή σύνορα προβάλλουν ως βασική προϋπόθεση.
  1. Η Ελλάδα είναι και Ευρωπαϊκή και Βαλκανική και Μεσογειακή χώρα. Είμαστε αναπόσπαστο τμήμα της νέας Ευρώπης που γεννιέται. Στην Ευρωπαϊκή πρόκληση δεν χωράει παρά μόνο μία σθεναρή και θετική απάντηση. Ναι, θα συμμετάσχουμε ενεργά και ισότιμα στο ευρωπαϊκό γίγνεσθαι.

Δεν υπάρχει πράγματι εναλλακτική πορεία, παρά μόνο η περιθωριοποίηση της Χώρας μας, όσα και αν είναι τα εμπόδια που στέκονται στο δρόμο μας.

Η Συνθήκη του Μάαστριχτ απλώς αποτελεί για μας ένα εισιτήριο σε ένα δύσκολο και άνισο αγώνα.

Ο αγώνας είναι άνισος, γιατί στην εκκίνηση είμαστε οι τελευταίοι.  Ο αγώνας είναι άνισος, γιατί η συνθήκη του Μάαστριχτ εκφράζει σχεδόν απόλυτα τα συμφέροντα και την οπτική γωνία του πλούσιου Βορρά. Το όραμα της Ενωμένης Ευρώπης δεν χωράει μέσα στο Μάαστριχτ. Το Μάαστριχτ για μας αποτελεί ένα σταθμό σε μία πορεία ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, ένα σταθμό που θα ξεπεραστεί και ίσως αλλοιωθεί στην ίδια την πορεία.

  • Τι περιλαμβάνει το όραμα της Ενωμένης Ευρώπης για μας;

Το σεβασμό της λαϊκής κυριαρχίας, της δημοκρατίας και σε εθνικό και σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Έχει επισημανθεί επαρκώς το μεγάλο δημοκρατικό έλλειμμα και η ανάγκη να καλυφθεί γρήγορα.  Είναι αυταπόδεικτο γι’ αυτό δε θα μιλήσω παραπάνω σ’ αυτό το κρίσιμο θέμα.

Επιγραμματικά θεωρώ επιτακτική και ζωτική ανάγκη να δώσω ιδιαίτερη έμφαση στη διασφάλιση των ατομικών και συλλογικών ελευθεριών, στην ανάδειξη της εθνικής πολιτιστικής ταυτότητας των κρατών-μελών, στην οικονομική ανάπτυξη και πλήρη απασχόληση του εργατικού δυναμικού, στη δωρεάν Παιδεία και ιατρική περίθαλψη, στο κοινωνικό κράτος, στην κοινωνική μέριμνα, στην κοινωνική συνοχή και αλληλεγγύη, τέλος στην προστασία των ευρωπαϊκών συνόρων από οποιαδήποτε επιβουλή και την προστασία του περιβάλλοντος.

Αυτό είναι το όραμα της ενωμένης Ευρώπης, αυτές οι αναφορές είναι τα θεμέλιά της.

  • Στη συνθήκη του Μάαστριχτ υπάρχουν διακηρύξεις. Ουσιαστικές δεσμεύσεις, υπάρχουν κατά κύριο λόγο για την ΟΝΕ, την Οικονομική Νομισματική Ένωση. Δεν έχει ακόμη διαμορφωθεί το θεσμικό πλαίσιο για την πολιτική, ούτε για την ενιαία –ούτε καν απλώς για κοινή - Εξωτερική Πολιτική, ούτε για την ενιαία Άμυνα.
  • Στις προϋποθέσεις για τη συμμετοχή για κάθε μία χώρα ξεχωριστά και για την Ευρώπη ως σύνολο στην ΟΝΕ δεν υπάρχει αναφορά καν στο τεράστιο κοινωνικό πρόβλημα της ανεργίας, τη χειρότερη μορφή ανισότητας που μπορεί να γνωρίσει μία σύγχρονη χώρα.

Οι δείκτες – στόχοι της Οικονομικής Νομισματικής Ένωσης συνιστούν το όραμα ενός «Ευρωπαίου Τραπεζίτη» και εκφράζουν κατά κύριο λόγο τις συντηρητικές και νεοφιλελεύθερες πολιτικές δυνάμεις της σημερινής Ευρώπης.

  • Δυστυχώς, λυπούμαι να πω ότι αυτό που είπε ο κ. Μητσοτάκης και κατ’ επέκταση η Ν.Δ. δεν αληθεύει. Δηλαδή ότι η Ελλάδα έχει παίξει πρωταγωνιστικό ρόλο στη διαμόρφωση αυτής της συνθήκης. Δεν μπορώ να το δεχθώ. Δεν υπάρχει καμμία ελληνική πρωτοβουλία που να είναι εμφανής στη διαμόρφωση αυτής της συνθήκης, δεν έχω δει κανένα ουσιαστικό στοιχείο για την κατοχύρωση ζωτικών συμφερόντων της Ελλάδας.
  • Κατά τη γνώμη μας, η Κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας παρακολούθησε ως παθητικός αποδέκτης αποφάσεις που έχουν αρνητικές επιπτώσεις και για τη Χώρα μας και για την ισότιμη συμμετοχή μας στην Ενωμένη Ευρώπη.

Υπάρχει εδώ κάτι που θέλω να τονίσω με ιδιαίτερη έμφαση. Σε πολλές ερωτήσεις σε κυβερνητικά στελέχη, αλλά και στον ίδιο τον Πρωθυπουργό τον κ. Μητσοτάκη, με αναφορά στο γιατί κάνει κάτι ή όχι σε θέματα εξωτερικής πολιτικής, όπως είναι παραδείγματος χάριν, ο ναυτικός αποκλεισμός στη Γιουγκοσλαβία ή αύριο κάποια στρατιωτική επέμβαση, η απάντηση είναι μονότονη και αποκαλυπτική.  «Ακολουθούμε τους συμμάχους και εταίρους μας». Μα είναι λάθος ρήση, λάθος τοποθέτηση και λάθος πολιτική. Δεν ακολουθούμε, συμμετέχουμε.

Οφείλουμε να έχουμε διακριτή θέση και άποψη, έχουμε δυνατότητες ακόμα και Βέτο. Δεν μπορούμε να λέμε "ακολουθούμε" παθητικοί και άδουλοι.  Συμμετέχουμε και συνδιαμορφώνουμε.  Αυτός είναι ο ρόλος. Ελπίζω και εύχομαι να μην ακουστεί ξανά η λέξη «ακολουθούμε».  Είναι μεγάλο λάθος. Είμαστε μέσα, δεν είμαστε απ’ έξω. Ας το αξιοποιήσουμε αυτό διαπραγματευτικά για την κατοχύρωση των συμφερόντων της Ελλάδας.

  1. Έχει συγκληθεί η Ολομέλεια της Βουλής αν και ακόμα δεν γνωρίζουμε πού θα πάει το πακέτο Ντελόρ. Τι εξέλιξη θα έχει.  Δεν το γνωρίζουμε και έτσι χάνουμε κάθε διαπραγματευτική δυνατότητα, σε μία κρίσιμη περίοδο που προεδρία έχει η Μεγάλη Βρεταννία.  Η Βρεταννική Προεδρία έχει δεδομένες σκέψεις και στόχους.

Πρώτον σε ό,τι αφορά το δεύτερο πακέτο Ντελόρ συγκεκριμένα, θα έχουμε έναρξη των διαπραγματεύσεων από μηδενική βάση.  Προσέξτε το αυτό. Δηλαδή αυτά που έγιναν μέχρι την Λισσαβώνα, ξεχνιούνται. Από μηδενική βάση θα αρχίσει η διαπραγμάτευση για το πακέτο Ντελόρ.  Αυτή είναι η αλήθεια.

Δεύτερον, η ευθύνη για την διαμόρφωσή του δεν θα είναι στα χέρια των Υπουργών Εξωτερικών, όπως ήταν στο πρώτο πακέτο Ντελόρ, αλλά είναι στα χέρια των Υπουργών Οικονομικών (ΕΚΟΦΙΝ) όπου θα έχουμε μόνο τεχνοοικονομικά κριτήρια και όχι πολιτικά κριτήρια. Η Κυβέρνηση ασφαλώς γνωρίζει, στόχος είναι η οροφή των ίδιων πόρων να αυξηθεί αλλά όχι πέραν του 1,37%, το οποίο τώρα η Αγγλική Προεδρία προσπαθεί να το κάνει 1,35%.  Στόχος που δεν λύνει τα προβλήματα. Όπως ελέχθη εδώ ήδη στην Αίθουσα αυτή, αυτό το ποσοστό ιδίων πόρων είναι ανήμπορο να λύσει τα προβλήματα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Θα γυρίσω σε αυτό.

  • Οι 4 χώρες του στόχου 1 (Ελλάδα, Ισπανία, Πορτογαλία, Ιρλανδία) δεν θα διπλασιάσουν τους πόρους των Διαρθρωτικών Ταμείων και του Ταμείου Συνοχής. Αυτά είναι οι προθέσεις της Αγγλικής Προεδρίας.  Η αύξηση θα είναι 60%, όχι 100%.  Το Ταμείο Συνοχής αναμένεται να λειτουργήσει χωρίς ενδεικτική κατανομή των πιστώσεων μεταξύ των 4 χωρών. Και θα γίνει με βάση κριτηρίων που αφορούν την εφαρμογή των προγραμμάτων σύγκλισης του κάθε κράτους μέλους. Και η Ελλάδα έτσι κινδυνεύει να εισπράξει ελάχιστα.

Έρχομαι στο σημείο της διεύρυνσης και της εμβάθυνσης της ΕΟΚ. Βέβαια η Αγγλική πλευρά την υποστηρίζει τη διεύρυνση μετά πάθους. Όπως είπε ο κ. Μητσοτάκης, ορθώς, η ελληνική πλευρά στη Λισσαβώνα στις 26 και 27 Ιουνίου, υποστήριξε την ταυτόχρονη διεύρυνση και εμβάθυνση της Κοινότητας. Αυτό όμως ήταν υπαναχώρηση από μία θέση που η χώρα μας είχε πάρει νωρίτερα, πρώτα η εμβάθυνση και ύστερα η διεύρυνση.

  • Για την Ελλάδα και το ΠΑΣΟΚ η εμβάθυνση της ΕΟΚ ως κρίσιμη προτεραιότητα και ως προϋπόθεση είναι τεράστιο ζήτημα και έχει ζωτική σημασία για την ανάπτυξη και τη σύγκλιση. Δεν νομίζω ότι μπορούμε να μιλάμε για θέση ισότιμου μέλους στην Ενωμένη Ευρώπη αν πρώτα δεν κλείσει ο κύκλος της εμβάθυνσης, αν δεν ολοκληρωθεί η Ενωμένη Ευρώπη. Και είναι λάθος ιστορικό να υπαναχωρήσουμε απ’ αυτή τη θέση. Γι’ αυτό μάλιστα το ΠΑΣΟΚ προτείνει στο Κοινοβούλιο, στην Εθνική Αντιπροσωπεία, να αποφασίσει ότι δεν θα στέρξει η Ελλάδα να υπάρξει έναρξη διαπραγματεύσεων - έναρξη διαπραγματεύσεων - για νέες εντάξεις πριν περάσει το πακέτο Ντελόρ, τουλάχιστον αυτό, χωρίς περικοπές.  Όμως  αυτή  η  θέση  μας  δεν  είναι  όρος,  εμείς  θα  ψηφίσουμε  "Ναι"  είτε γίνει, είτε  δεν  γίνει.
  1. Έχουμε χρέος επίσης να τονίσουμε ότι η Αγγλία, η Μεγάλη Βρεταννία, προωθεί ραγδαία την αναβάθμιση των σχέσεων ΕΟΚ – Τουρκίας και η απόφαση της Λισσαβώνας υπερφαλαγγίζει τη δήλωση Δουβλίνου χωρίς να έχουν πληρωθεί οι προϋποθέσεις.

Στην έκθεσή του ο Υπουργός Εξωτερικών της Αγγλίας κ. Χέρντ ονομάζει την Τουρκία περιφερειακή δύναμη δικαιούμενη προνομιακού καθεστώτος σχέσεων. Προνομιακού καθεστώτος σχέσεων! Γίνεται αναβάθμιση του πολιτικού διαλόγου και διείσδυση της Τουρκίας ουσιαστική στα Κοινοτικά όργανα. Και αυτά πριν έχουμε τη λεγόμενη λύση του Κυπριακού.

Υπήρξε επίσης και η απόφαση της Κυβέρνησης να επιτρέψει την υιοθέτηση των οριζοντίων δράσεων της ανανεωμένης Μεσογειακής πολιτικής. Με ποια τουρκική ανταπόκριση;  Διερωτάται κανείς. Τι έχει δώσει ως αντάλλαγμα η Τουρκία;

Και πρέπει να πω και κάτι άλλο. Η συμμετοχή της Ελλάδας στη ζώνη οικονομικής συνεργασίας των χωρών του Ευξείνου Πόντου ενισχύει τον πρωταγωνιστικό ρόλο της Τουρκίας στην Μέση Ανατολή.  Αυτό είναι παράγραφος 13 της έκθεσης Χερντ, όχι δικά μου λόγια.

  1. Θεωρώ σκόπιμο και αναγκαίο να αναφερθώ στην Δυτική Ευρωπαϊκή Ένωση (Δ.Ε.Ε.).

Εδώ πρέπει να συνεννοούμεθα, να λέμε ακριβώς ποια είναι η πραγματικότητα.

Βεβαίως η Ελλάδα έχει γίνει δεκτή. Θα γίνει δεκτή από την Δυτικοευρωπαϊκή Ένωση. Και βεβαίως η Τουρκία θα γίνει δεκτή ως συνδεδεμένο μέλος. Αλλά εδώ έχουμε μια τεράστια υπόθεση, ότι εδόθη επίσημα ερμηνεία στο άρθρο 5, το οποίο εξαιρεί τη σύγκρουση Τουρκίας – Ελλάδας από την αρμοδιότητα της ΔΕΕ βάσει του άρθρου 5.

Είναι ένα τεράστιο θέμα αυτό διότι, θέλω να θυμίσω ότι το 1981 ως Υπουργός Εθνικής Άμυνας το έθεσα στο ΝΑΤΟ και ζητούσα τότε απλώς να γραφεί ότι θα έλθουν εις αρωγήν κάθε κράτους μέλους όταν υπάρξει επίθεση από οπουδήποτε και αν έλθει. Η απάντηση στην αρχή ήταν, αυτό εξυπακούεται, προς το τέλος ήταν, δεν γίνεται. Και δεν γίνεται διότι υπάρχει το πρόβλημα δύο ετέρων σε συμμαχία, Τουρκίας και Ελλάδας, οι οποίες μπορεί να βρεθούν κάποια ημέρα σε σύγκρουση.

Εδώ, αυτό που συνέβη με τη Δ.Ε.Ε. είναι χειρότερο απ’ αυτό που συνέβη τον Δεκέμβρη του 1981. Γιατί τώρα για πρώτη φορά, ειδικά με σφραγίδα, λέει η Δ.Ε.Ε., ότι ένας τέτοιος πόλεμος δεν με αφορά. Και είναι δυνατόν κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες, να λέμε ότι τα σύνορα της Ευρώπης είναι τα σύνορα της Ελλάδος; Θα ήταν αν δεν υπήρχε αυτή η ερμηνεία για το άρθρο 5. Γιατί η κύρια επεκτατική δύναμη, που αντιμετωπίζουμε, με τεράστιο δυναμισμό, με μεγάλες Ένοπλες Δυνάμεις, με έξοχο διπλωματικό Σώμα, είναι η Τουρκία. Η ΔΕΕ δεν μας καλύπτει.

  • Επομένως δεν μπορούμε να μιλούμε σήμερα ότι τα σύνορα της Ελλάδας είναι τα σύνορα της Ευρώπης.

Πρέπει να πω ότι ο κ. Μητσοτάκης στις 3 Δεκέμβρη 1991 είπε ο ίδιος, πως "η συμπερίληψη στο κεφάλαιο της εξωτερικής πολιτικής άμυνας ρύθμισης, για την αμοιβαία συνδρομή, θα έπρεπε να αποτελέσει πρωταρχική προϋπόθεση, για την τελική συγκατάθεσή μας στο σχέδιο συνθήκης Μάαστριχτ".

Και ερωτώ σήμερα: Τι λέει γι’ αυτή του τη θέση, η οποία είναι αρίστη;  Δυστυχώς εγκατελείφθη. Όμως θα έπρεπε και πάλι να ψηφίσουμε για το Μάαστριχτ.

  1. Η Κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας δεν γνωρίζω τι προσέφερε στη μάχη για το Μάαστριχτ. Το ΠΑΣΟΚ στα 8 χρόνια, που κυβέρνησε, κέρδισε σημαντικότατες μάχες:

Πρώτον, είχε δύο πετυχημένες προεδρίες το 1983 και το 1989 με θετικά αποτελέσματα για την Ευρώπη και την Ελλάδα.

Δεύτερον, με το «Μνημόνιο», που κατέθεσε το ΠΑΣΟΚ το 1981, μόλις ανέλαβε τη διακυβέρνηση της Χώρας, έκανε ουσιαστική επαναδιαπραγμάτευση της συνθήκης Ένταξης με σημαντικές κατακτήσεις για την Ελλάδα και το λαό στην οικονομία, την κοινωνία και την ανάπτυξη.

Τρίτον, στο ΠΑΣΟΚ οφείλεται η θεσμοθέτηση των Μεσογειακών Ολοκληρωμένων Προγραμμάτων, τα οποία τα πήραμε για τη Νότια Ευρώπη, αρνούμενοι να πούμε ναι στη διεύρυνση τότε, με Ισπανία, Πορτογαλία. Γίναμε αντιπαθητικοί, αλλά εξυπηρετήσαμε τα συμφέροντα και της Χώρας μας και του Νότου.

Αδιαμφισβήτητα προωθήσαμε σημαντικά, τόσο το θέμα της Συνοχής των χωρών του Νότου με εκείνες του Βορρά, όσο και την Κοινωνική Ευρώπη.

Και τώρα έρχεται η σειρά για την ανάλυσή μας στο τεχνικότερο θέμα της Νομισματικής Οικονομικής Ένωσης. Οι όροι για τη συμμετοχή είναι γνωστοί και δεν θα τους επαναλάβω.  Αλλά θέλω να τονίσω, αρχίζοντας ότι η Κυβέρνηση της Ν.Δ. δεν έχει καταθέσει μέχρι τώρα πρόγραμμα σύγκλισης. Έτσι δεν είναι η στιγμή για να μπούμε σε λεπτομέρειες.  Όμως, έχουμε δικαίωμα να καλέσουμε την Κυβέρνηση, πριν στείλει κάποιο κείμενο στην ΕΟΚ, να το θέσει υπόψη της Εθνικής Αντιπροσωπείας, ώστε να υπάρξει διάλογος ουσιαστικός πριν κατατεθεί ως δεσμευτική πρόταση της Ελλάδος  για τα επόμενα 5 χρόνια.

Το περίγραμμα Θέσεων των Κυβερνητικών Εμπειρογνωμόνων, για την σύγκλιση που δόθηκε στη Βουλή, δεν στηρίζεται ούτε καν σε στοιχειώδη οικονομική λογική. Πώς είναι δυνατόν να προσδοκούν ορισμένοι μια ετήσια αύξηση του ΑΕΠ κατά 2,5%, όταν η δημοσιονομική ώθηση στην οικονομία μειώνεται κάθετα. Όταν το πραγματικό εισόδημα, από μισθούς και ημερομίσθια, συμπιέζεται συστηματικά, σύμφωνα με τις γνωστές κυβερνητικές προθέσεις, δηλώσεις και πράξεις;

Έτσι, η εμβάθυνση της ύφεσης είναι μονόδρομος, όπως βέβαια είναι και η αποτυχία της δημοσιονομικής πολιτικής. Έτσι πρέπει να μιλούμε όχι για σύγκλιση, αλλά για απόκλιση από τους στόχους του Μάαστριχτ.

Εκεί πραγματικά μας οδηγεί η οικονομική πολιτική της Κυβέρνησης Μητσοτάκη, της Κυβέρνησης της Ν.Δ.  Είναι φυσικό γενικά, οι Οικονομέτρες, στα μοντέλα σύγκλισης να μη συμπεριλαμβάνουν το κοινωνικό κόστος της επίτευξης των στόχων της ΟΝΕ και είναι αυτό μέσα στο βασικό μου επιχείρημα ότι αυτοί οι στόχοι, με αυτήν την πολιτική που ακολουθείτε, είναι ανέφικτοι.

  1. Το κοινωνικό κόστος για την Ελλάδα της επίτευξης των στόχων στα χρονικά πλαίσια που προβλέπει η συνθήκη του Μάαστριχτ, είναι τεράστιο όπως και για τις άλλες χώρες του Νότου.
  • Αλλά θα ήθελα να διαλέξω δύο μικρούς παραγράφους. Θυμίζω ότι ο οικονομολόγος κ. Πελετιέ είναι ο Οικονομικός Διευθυντής του αντίστοιχου ΣΕΒ της Γαλλίας και επισημαίνει ότι : "Οι προϋποθέσεις που προβλέπονται από την Συνθήκη του Μάαστριχτ δεν είναι πραγματόσημες στα χρονικά πλαίσια που προβλέπει για την Ιταλία, την Πορτογαλία, την Ελλάδα και την Ισπανία". Προσθέτει όμως, ότι "οι υπολογισμοί που αφορούν την Πορτογαλία και την Ελλάδα φέρνουν ίλιγγο".  Αυτές οι εκτιμήσεις νομίζω ότι είναι σωστές.
  • Για μένα είναι σαφέστατο. Σημαίνουν ότι ήδη προβλέπονται, έστω και αν δεν ομολογούνται, δύο ταχύτητες στην Ενωμένη Ευρώπη. Ιδιαίτερα αν λάβουμε υπόψη μας το τεράστιο κοινωνικό κόστος και τις εκρηκτικές κοινωνικές καταστάσεις, τις οποίες θα αντιμετωπίζουμε σε αυτήν την πορεία, τουλάχιστον για τις χώρες του Νότου. Τότε μπορείτε να μου πείτε, μοιρολατρικά να δεχθούμε αυτήν την πορεία; Γιατί ψηφίζουμε "ναι", μία πορεία συνεχιζόμενης ύφεσης, μεγέθυνσης της ανεργίας και της ανισοκατανομής του πλούτου και του εισοδήματος της βίαιης δημιουργίας μιας κοινωνίας των 2/3, για να μην φθάσω να λέω του 1/3.
  • Η απάντηση της Νέας Δημοκρατίας, η οποία έχει την πολιτική της, είναι ναι. Ναι, στην συνεχιζόμενη μονόπλευρη λιτότητα για 7 ακόμα χρόνια. Ναι, στη βίαιη ταξική επίθεση ενάντια στους εργαζόμενους, ναι, τελικά, στην αποτυχία.
  • Η απάντηση του ΠΑΣΟΚ είναι : όχι. Υπάρχουν και   άλλοι   δρόμοι.

Δρόμοι,   που  θα  οδηγήσουν στην προσέγγιση  –παρακαλώ υπογραμμίστε τη λέξη "προσέγγιση"- των ονομαστικών στόχων του Μάαστριχτ, με δίκαιη επιμέτρηση του κόστους της προσαρμογής.

Δρόμοι, που οδηγούν ακόμα και στην επίτευξη -υπογραμμίστε τη λέξη "επίτευξη"- των στόχων, εφόσον όμως πληρωθούν ορισμένες προϋποθέσεις ή θα υπάρξει επιμήκυνση του χρονικού πλαισίου ή θα υπάρξει γενναία μεταφορά πόρων από τον πλούσιο Βορρά στο φτωχό Νότο.

Κάτι τέτοιο απαιτεί συνεχιζόμενη διεκδίκηση στην πορεία προς την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση.  Απαιτεί, επίσης, μια άλλη οικονομική πολιτική, διότι για τη Νέα Δημοκρατία, η ΕΟΚ, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, ο ΟΟΣΑ αποτελούν το άλλοθι για να συνεχίζει τη δική της αντιφατική, αναποτελεσματική, μυωπική πολιτική της. Μία καθαρά εισπρακτική πολιτική, που ρίχνει όλο το κόστος της προσαρμογής στους εργάτες, στους ανέργους, στους μισθωτούς, στους μικρομεσαίους, στους αγρότες, στους συνταξιούχους. Αυτή η πολιτική της Ν.Δ. είναι μια πολιτική όχι μόνο αντικοινωνική, αλλά και αντιαναπτυξιακή, είναι μια αποτυχία απόλυτη.

  1. Ας μην  ισχυριστεί  η  Κυβέρνηση  της  Ν.Δ.  ότι  η  νεοφιλελεύθερη  πολιτική της  είναι  μονόδρομος.   Διακεκριμένοι  οικονομολόγοι,  ο  κ. Ζολώτας,                    ο  κ. Αγγελόπουλος, έχουν επισημάνει την πλήρη αναποτελεσματικότητα του περίφημου "μονόδρομου". Μα κυβερνητικά στελέχη επίσης, ο σημερινός Υπουργός Εθνικής Οικονομίας –θέλω να υπενθυμίσω τη ρήση του, δεν την έχω ακριβώς- μίλησε για τα δύο χαμένα χρόνια της Νέας Δημοκρατίας.

 Στα πλαίσια αυτής της πολιτικής της Νέας Δημοκρατίας, βαθαίνει η ύφεση, αυξάνεται η ανεργία, αποσαρθρώνεται και αφελληνίζεται η παραγωγική βάση της οικονομίας. Κατεδαφίζεται το κράτος πρόνοιας, αποψιλώνονται ολόκληρες περιοχές, αποδυναμώνεται κάθε ικμάδα περιφερειακής ανάπτυξης, εκποιείται και αφελληνίζεται ο Δημόσιος Τομέας.

Μ’ αυτές τις συνθήκες εκκίνησης που είναι το έργο, η κληρονομιά της Νέας Δημοκρατίας, έχει υπονομευθεί η μάχη για την ισότιμη ένταξή μας στην ΟΝΕ. Είναι μια τεράστια ιστορική ευθύνη που θα καταλογιστεί στη Νέα Δημοκρατία, από το Λαό και την ιστορία.

  • Έχει επίσης τεράστια ευθύνη η Κυβέρνηση της Ν.Δ., γιατί ως θεατής αποδέχθηκε την ομογενοποιημένη πορεία για όλους τους Ευρωπαίους, προς το ’97 άσχετα από το σημείο εκκίνησης. Αυτό είναι ένα τεράστιο λάθος διαπραγματευτικό, όχι μόνο ελληνικό, δυστυχώς όλος ο Νότος ευθύνεται γι’ αυτό.
  • Προσαρμόστηκε η Κυβέρνηση πλήρως στις κοινοτικές επιταγές με τεράστιο Εθνικό, οικονομικό και κοινωνικό κόστος.

Οι παραλείψεις και τα λάθη της Ν.Δ. προκαλούν αλυσιδωτές αρνητικές επιπτώσεις όπως:

  • Δεν διεκδίκησε καμιά δέσμευση, δεν εξασφάλισε το πακέτο Ντελόρ.

Το είχαμε πει όχι μόνο στη Βουλή, αλλά πολλές φορές δημόσια, πως υπογράφεται η συνθήκη του Μάαστριχτ, χωρίς ταυτόχρονα να περιέχεται και το πακέτο Ντελόρ 2, να ξέρουμε πού πάμε.

  • Δεν διαπραγματεύτηκε ειδικά μέτρα προσαρμογής που δικαιούται η Ελλάδα. Μην ξεχνάμε η Ελλάδα έχει 7% του ΑΕΠ σε στρατιωτικές δαπάνες, διότι ακριβώς ούτε το ΝΑΤΟ, ούτε η ΔΕΕ μπορούν να μας προστατεύσουν ή θέλουν να μας προστατεύσουν από τη μεγάλη εξ ανατολών απειλή.
  • Δεν ζητήθηκε, ειδικότερα, αναγνώριση ενός χρυσού κανόνα στα δημοσιονομικά, της εξαίρεσης της χρηματοδότησης των δημοσίων επενδύσεων από τους περιορισμούς του δανεισμού του δημοσίου.
  • Είναι σαφές ότι ουσιαστικά, έμμεσα αποδέχθηκε την θεσμοθέτηση των δυο ταχυτήτων. Όφειλε να γνωρίζει ότι χωρίς αυτές τις δεσμεύσεις και τις αναπροσαρμογές, θα ήταν ανέφικτο να πετύχουμε τους στόχους.
  1. Η θέση του ΠΑΣΟΚ για την ακολουθητέα οικονομική πολιτική έχει αναλυθεί με επιχειρήματα και προτάσεις. Έχουμε τονίσει με όλους τους δυνατούς τρόπους πως χωρίς ανάπτυξη η πολιτική της σταθεροποίησης οδηγεί την οικονομία σε ναυάγιο. Ο Λαός μας έχει ένα ρητό που λέει "από τη μύγα ξύγκι δεν βγάζεις", αυτή είναι η πραγματικότητα.  Επίσης είναι αλήθεια ότι χωρίς κοινωνική πολιτική, κλονίζεται η κοινωνική συνοχή και καθίστανται πράγματι ανέφικτη η αύξηση της παραγωγικότητας.
  • Η πορεία προς την ΟΝΕ είναι μια πορεία που με τα σημερινά δεδομένα φαίνεται αδιέξοδη για τις χώρες του Νότου. Η θέση του ΠΑΣΟΚ είναι πως η Ελλάδα σε συνεργασία με τις χώρες του Νότου, πρέπει να δώσει τη μεγάλη μάχη για την επίτευξη των παρακάτω στόχων:

Πρώτον, το πακέτο Ντελόρ 2 να ισχύσει στο σύνολό του, χωρίς αλλοιώσεις και περικοπές.

Δεύτερον, όπως έχει τονιστεί με τεκμηριωμένα επιχειρήματα στη Βουλή, με την ολοκλήρωση της ΟΝΕ η νομισματική και συναλλαγματική πολιτική ασκείται πλέον –θα ασκηθεί δηλαδή- σε Ευρωπαϊκό, όχι σε Εθνικό επίπεδο.

Τρίτον, στα Κράτη-Μέλη παραμένει η δημοσιονομική πολιτική, που όμως ουσιαστικά περιορίζεται ο αναδιανεμητικός ρόλος. Εδώ πραγματικά βρίσκεται το κλειδί.

Τέταρτον, σε μια Ομόσπονδη Ευρώπη ο Ευρωπαϊκός Προϋπολογισμός πρέπει να είναι μεγέθους ικανού για την άσκηση αποτελεσματικής αναδιανεμητικής πολιτικής προς όφελος των Κρατών-Μελών του Ευρωπαϊκού Νότου και των οικονομικά καθυστερημένων περιοχών.

Μόνο κάτω από τέτοιες συνθήκες θα καταστεί δυνατή η σύγκλιση στα επίπεδα οικονομικής ανάπτυξης και εισοδημάτων, που δεν αφορούν τους στόχους τους τραπεζικούς, είναι άσχετα με τους τραπεζικούς στόχους, που έχει θέσει η Συνθήκη του Μάαστριχτ. Και εδώ σαφώς πρέπει να δοθεί η μάχη, από την έκβαση της οποίας θα κριθεί και το μέλλον της Χώρας μας.

  • Εδώ, ήθελα να φέρω ένα παράδειγμα: Όταν υπάρχει ενοποίηση του Νομίσματος σε πέρα από μια χώρα, σε 2, σε 3, σε 5 χώρες αυτό λειτουργεί κατά τρόπο αρνητικό για όλες τις καθυστερημένες ή ασθενέστερες χώρες ή περιοχές. Θα δώσω το απλό παράδειγμα των δύο Γερμανιών. Μόλις έγινε το Ενιαίο Νόμισμα, εμφανίστηκαν αμέσως τα τραγικά προβλήματα της Ανατολικής Γερμανίας. Η Δυτική Γερμανία αναγκάζεται, τώρα, να κάνει μεταφορές πόρων, πραγματικά αστρονομικών διαστάσεων, στην τέως Ανατολική Γερμανία, γιατί έχει την ευθύνη και μπορεί να ασκήσει δημοσιονομική πολιτική.
  • Μετά από αυτό το παράδειγμα και την περιγραφή του σκεφθείτε τι θα συμβεί στις χώρες του Νότου και στις καθυστερημένες περιοχές χωρίς τη δημοσιονομική πολιτική της Ευρώπης. Γι’ αυτό και είναι απαραίτητο και κλειδί, να ολοκληρωθεί ο ομοσπονδιακός χαρακτήρας της Ευρώπης, έτσι ώστε η ευθύνη να είναι εκεί όπου υπάρχουν τα μέσα. Τα μέσα θα τα έχουν οι Βρυξέλλες μετά την Ένωση.  Δεν θα τα έχουν τα Κράτη-Μέλη. Και εκεί υπάρχει η ευθύνη, η οποία βεβαίως πρέπει και να ελέγχεται δημοκρατικά.  Αλλά επ’ αυτού έχουν μιλήσει άλλοι δια μακρόν.
  1. Εδώ είναι, κατά τη γνώμη μου, και η κύρια δικαίωση, όχι η μόνη, για την πραγματοποίηση της Πολιτικής Ένωσης.

Μόνο με  μια  Πολιτική  Ένωση θα αναλυθούν και θα αναληφθούν αυτές οι ευθύνες. Ο Κοινοτικός Προϋπολογισμός οφείλει να έχει πόρους και δυνατότητες για να καλύπτει τις ανισότητες οι οποίες δημιουργούνται από την ίδια τη διαδικασία και λειτουργία της ελεύθερης και ενιαίας αγοράς.

  • Αλλά πέρα απ’ αυτά, μιλώντας κυρίως τώρα για την Ευρώπη και όχι μόνο για την Ελλάδα, δεν αρκεί η ενιαία αγορά και το ενιαίο ευρωπαϊκό νόμισμα, για να αντιμετωπίσει η Ευρώπη τις προκλήσεις του μέλλοντος και σε ό,τι αφορά τις ΗΠΑ και σε ό,τι αφορά την Ιαπωνία, την Κίνα και άλλες χώρες.

Απαιτείται η διαμόρφωση μιας αναπτυξιακής Ευρωπαϊκής Πολιτικής της ίδιας της Κοινότητας για την αντιμετώπιση της ανεργίας, καθώς και μια βιομηχανική πολιτική, που να εξασφαλίζει την ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής οικονομίας απέναντι στα άλλα εμπορικά μπλοκ.

  1. Πολύ συνοπτικά περιγράφουμε την πρόταση του ΠΑΣΟΚ και τις προτεραιότητες του προγράμματός μας, που συνιστούν μια διέξοδο για την ελληνική οικονομία και κοινωνία, κινείται στους εξής άξονες:

Πρώτον. Δε γνωρίζω γιατί πολλοί στην Ευρώπη και την Ελλάδα έχουν πάθει πλέον όλοι ένα είδος μυωπίας.  Βλέπουνε μόνο πληθωρισμό, χρέος, ελλείμματα, επιτόκια. Τα άλλα έχουν χαθεί από την οθόνη, όπως η ανεργία, το κοινωνικό κόστος των προσαρμογών και τις έντονες κοινωνικές ανισότητες.  Όμως πρέπει επιτέλους να δούμε και εκείνα που δεν είναι στην οθόνη. Να τα φέρουμε ξανά στην οθόνη. Να διαμορφώσουμε ένα διεθνώς ανταγωνιστικό βιομηχανικό τομέα με την ανάπτυξη εκείνων των κλαδικών πολιτικών που θα συμβάλουν στην αύξηση της παραγωγικότητας και στην εκπαίδευση και εξειδίκευση του εργατικού δυναμικού και βέβαια στους τομείς, όπου έχουμε συγκριτικά πλεονεκτήματα.

Δεύτερον, η αναδιάρθρωση της αγροτικής παραγωγής ώστε να γίνουμε ανταγωνιστικοί και να μπορέσει η γεωργία μας να προσαρμοστεί χωρίς απώλειες ή χωρίς μεγάλες απώλειες στη νέα κοινοτική αγροτική πολιτική.

Τρίτον, εκσυγχρονισμό και επέκταση του τριτογενούς τομέα για να απορροφήσει την απασχόληση που θα απελευθερωθεί μέσα από την αλλαγή της οικονομικής δομής.

Τέταρτον, αυτή η πολιτική αναδιάρθρωσης πρέπει να συνοδεύεται από μια αναδιανεμητική πολιτική, που θα εξασφαλίζει ένα επίπεδο κοινωνικών παροχών που να ικανοποιούν τις βασικές ανάγκες κάθε Έλληνα πολίτη.  Να διασώζουν το Κράτος Πρόνοιας, όπως και τις δομές, τα δίκτυα και τις υπηρεσίες του Κοινωνικού Κράτους με αιχμή την Παιδεία και την Εκπαίδευση, την Υγεία και τον Πολιτισμό.

Πέμπτον, την θεσμοθέτηση ενός δίκαιου και αποτελεσματικού φορολογικού συστήματος που επιτέλους σταδιακά αλλά ριζικά θα συρρικνώσει την παραοικονομία στη Χώρα μας και θα διασφαλίζει σταθερές ροές στο Κράτος εσόδων και πόρων.

Για εμάς, όλες αυτές οι προτεραιότητες προϋποθέτουν αλλαγές στο Κράτος και την Κοινωνία.  Προϋποθέτουν τον εκσυγχρονισμό της Δημόσιας Διοίκησης, την ταχύτερη δυνατή αναβάθμιση της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, την πραγματοποίηση μιας ριζικής αποκέντρωσης στα πλαίσια ενός αποκεντρωμένου Δημοκρατικού Προγραμματισμού που θα εκπορεύεται από μια εθνική κοινωνική συμφωνία, από ένα Κοινωνικό Συμβόλαιο.

  1. Είναι σαφές ότι το πεδίο της δράσης και αναμέτρησης ανάμεσα στις συντηρητικές και τις προοδευτικές πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις μεταφέρεται τόσο σε εθνικό επίπεδο όσο και σε μεγάλο βαθμό στο ευρωπαϊκό επίπεδο.
  • Έχω τονίσει με έμφαση πως το όραμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν χωράει στη Συνθήκη του Μάαστριχτ και αυτό γιατί διαμορφώθηκε, κατά κύριο λόγο, από τις συντηρητικές και νεοφιλελεύθερες πολιτικές δυνάμεις της Ευρώπης.

Όταν το πολιτικό σκηνικό αλλάξει στην Ευρώπη, τότε θα ανοίξουν οι ορίζοντες για τη δημιουργία μιας πραγματικά Ομόσπονδης Ευρώπης. Μόνο οι προοδευτικές πολιτικές δυνάμεις με ευρύτατες κοινωνικές συναινέσεις μπορούν να μετατρέψουν το όραμα της Ενωμένης Ευρώπης σε χειροπιαστή πραγματικότητα.  Και είμαστε βέβαιοι πως η αλλαγή του πολιτικού σκηνικού θα έρθει σύντομα με πρωτοπόρα την Ελλάδα, όταν σύντομα ο κυρίαρχος Λαός εκφράσει τη θέλησή του με την ετυμηγορία του.

*Το κείμενο αυτό με μικρές συνδετικές προσθήκες είναι πιο ολοκληρωμένο και αντιστοιχεί σε δομή γραπτού λόγου από εκείνο της απομαγνητοφωνημένης ομιλίας, που αντιστοιχεί σε δομή προφορικού λόγου. Οι όποιες μικρές προσθήκες υπήρχαν στο αρχικό γραπτό κείμενο της ομιλίας και δεν αλλάζουν το περιεχόμενό της. Απλώς είχαν περικοπεί από τον ίδιο τον Ανδρέα για να δώσει έμφαση στον προφορικό λόγο κυρίως όμως για να συντομεύσει το χρόνο της.