Aπ. Δοξιάδης: «Η εισήγηση για μη έκδοση των 8 μαρτυρεί το υψηλό φρόνημα και πατριωτισμό του δικαστή»

Με αφορμή την εισήγηση της εισαγγελέως του Αρείου Πάγου Βασιλικής Θεοδώρου για μη έκδοση των 8 Τούρκων αξιωματικών, που έφτασαν στην Ελλάδα μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα του Ιουλίου, ο συγγραφέας και μέλος της Πρωτοβουλίας για μη έκδοσή τους Aπόστολος Δοξιάδης γράφει στο capital.gr.

Χτες το πρωί, παρακολούθησα την πρώτη από τις τρεις δίκες στον Άρειο Πάγο, στις οποίες έχει χωρισθεί η υπόθεση της έκδοσης των οκτώ Τούρκων αξιωματικών που έφτασαν στην Ελλάδα μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα του Ιουλίου. Οι Οκτώ ζήτησαν την προστασία της πατρίδας μας από το πογκρόμ που έχει εξαπολυθεί στην Τουρκία, στην αρχή μέσω των παρακρατικών και μετά των κρατικών οργάνων, ένα πογκρόμ που συνεχίζει κλιμακούμενο ως σήμερα, κατά δικαίων και αδίκων¬—και κυρίως δικαίων.

Γράφει ο Aπόστολος Δοξιάδης στο capital.gr

Κι εκεί, στο Ποινικό Τμήμα του Αρείου Πάγου, άκουσα χτες με ευφροσύνη την εισαγγελέα κ. Βασιλική Θεοδώρου να διαλύει νομικά την έφεση του εισαγγελέα εφετών κατά της απόφασης του Εφετείου, που ήταν να  μην εκδώσουμε τους Οκτώ. Η κυρία Θεοδώρου αποδόμησε πλήρως τα επιχειρήματα του εισαγγελέα εφετών, και ζήτησε από τους δικαστές του Αρείου Πάγου, με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο, να επαναλάβουν τη δίκαια απόφαση του Εφετείου, και να απορρίψουν το αίτημα της Τουρκίας. Να μην εκδώσουμε τους οκτώ αξιωματικούς.

Η εισαγγελική εισήγηση της κυρίας Θεοδώρου είναι ένα πρώτο βήμα στην τελική φάση του δικαστικού πολέμου για τη σωτηρία οκτώ συνανθρώπων μας από την άγρια μοίρα που τους περιμένει αν παραδοθούν στη βαρβαρότητα του σημερινού καθεστώτος Ερντογάν. Το πρώτο αυτό βήμα είναι θετικό, χωρίς αμφιβολία. Είναι συνάμα μικρό και μεγάλο. Μικρό γιατί μια εισαγγελική εισήγηση δεν αποτελεί δικαστική κρίση —αν και η εισαγγελέας πρότεινε να μην εκδοθούν οι δυο αξιωματικοί που κρίνονταν χτες, παρά ταύτα οι πέντε αρεοπαγίτες με την απόφασή τους μπορεί να αποφασίσουν να τους εκδώσουν. Αλλά είναι και μεγάλο, γιατί αποτελεί το πρώτο δείγμα της στάσης Έλληνα δικαστή στο ανώτατο επίπεδο της κρίσης της υπόθεσης, και το δείγμα αυτό μαρτυρεί υψηλό φρόνημα και πραγματικό πατριωτισμό. Όχι από εκείνον το φανφαρονικό πατριωτισμό κάποιων που βροντοφωνάζουν ακραία συνθήματα, κάνουν λεκτικούς λεονταρισμούς, ή ανεμίζουν λάβαρα στις τηλεοράσεις, αλλά τον πραγματικό πατριωτισμό, τον πατριωτισμό της πράξης. Τον μόνο που μετράει.

Θυμήθηκα τον πατριωτισμό, που σε ένα κράτος δικαίου αρχίζει από την υπεράσπιση των θεσμών, καθώς από την πρώτη στιγμή που βρέθηκα στην Ελλάδα, στα μέσα Δεκεμβρίου, διαπίστωσα μια διάχυτη απαισιοδοξία για το θέμα της έκδοσης των οκτώ αξιωματικών. Ήδη είχε ασκηθεί η έφεση κατά της απόφασης του Εφετείου να μην εκδοθούν οι οκτώ—η έφεση που χτες διέλυσε η κυρία Θεοδώρου—και όλοι οι άνθρωποι στους οποίους μιλούσα την ερμήνευαν ως μια ακόμη έκφραση κυβερνητικής βούλησης να εκδοθούν οι οκτώ.

Η βούληση αυτή εκφράστηκε για πρώτη φορά εμμέσως —αλλά για τους έχοντες ώτα και νου σαφέστατα— από τις δηλώσεις Ερντογάν και Τσαβούσογλου, τις πρώτες μέρες που έφτασαν εδώ οι Οκτώ, ότι ο πρωθυπουργός και ο υπουργός εξωτερικών της Ελλάδας τους διαβεβαίωσαν ότι θα εκδοθούν. Αυτό που δημιούργησε την υποψία της κυβερνητικής βούλησης, βέβαια, δεν είναι το τι είπαν οι Τούρκοι πολιτικοί, αλλά το γεγονός ότι οι Έλληνες όμολογοί τους, ο κ. Τσίπρας και ο κ. Κοτζιάς δεν τους διέψευσαν. Και είναι σημαντικό αυτό γιατί οι δηλώσεις των Τούρκων, αν αληθεύουν τα όσα αποκαλύπτουν, εκθέτουν σοβαρά τον πρωθυπουργό και τον υπουργό εξωτερικών μας,  αφού ούτε ο ένας ούτε ο άλλος έχουν το νόμιμο δικαίωμα να αποφασίσουν μια έκδοση, αν προηγουμένως δεν την έχουν αποφασίσει τα ελληνικά δικαστήρια. Ως γνωστόν, σε μια κανονική δημοκρατία υπάρχει διάκριση εξουσιών, και η εκτελεστική εξουσία, δηλαδή η κυβέρνηση, δε μπορεί να υπαγορεύει στα δικαστήρια τις αποφάσεις τους. Άρα οι πολιτικοί, χωρίς τελεσίδικες δικαστικές αποφάσεις, δε μπορούν και να κάνουν δηλώσεις που τις προεξοφλούν.

Επακολούθησαν δηλώσεις κυβερνητικών στελεχών στο ίδιο κλίμα, του κ. Βίτσα και της κας Γεροβασίλη, για παράδειγμα, περί της ισχυρότητας του τουρκικού επιχειρήματος για την έκδοση. Το αποκορύφωμα όμως ήταν η δήλωση του ίδιου του πρωθυπουργού μας, τον Σεπτέμβριο, ότι «οι πραξικοπηματίες δεν είναι ευπρόσδεκτοι στην Ελλάδα». Η δήλωση αυτή του κ. Τσίπρα, που έγινε παρουσία του Ερντογάν, είναι σαφές ότι μπορεί να ερμηνευθεί ως παραίνεση, αν όχι και άμεση παρέμβαση, στους μόνους αρμόδιους να αποφασίζουν: τα δικαστήρια. Αλλά έχει και κάτι άλλο αξιοσημείωτο: αναφερόμενος εμμέσως πλην σαφώς στους Οκτώ, ο πρωθυπουργός τους χαρακτήρισε «πραξικοπηματίες». Αξίζει να μας πει: με ποια πειστήρια, ποια νομικά επιχειρήματα και, πάνω από όλα, με τι σεβασμό στο τεκμήριο αθωότητας χρησιμοποίησε αυτή τη λέξη, που ουσιαστικά τους καταδικάζει; Με τη λέξη «πραξικοπηματίες», ο πρωθυπουργός δεν εξέφερε απλώς γνώμη για το τι πρέπει να συμβεί στους Οκτώ, αλλά και για την ουσία της υπόθεσης: ότι είναι ένοχοι πραξικοπήματος.  Το γεγονός οτι η μοίρα των Οκτώ έχει ήδη κριθεί στην Τουρκία το ξέρουμε από δήλωση του κ. Τσαβούσογλου που ζήτησε να εκδοθούν, επί λέξει, «οι προδότες». Το να το ακούμε να επαναλαμβάνεται η ίδια κρίση και από τον πρωθυπουργό μας όμως, έστω και έμμεσα, είναι πολύ πικρό.

Η δήλωση Τσαβούσογλου περί «προδοτών» δεν αφήνει καμία αμφιβολία ότι αν εκδώσουμε τους Οκτώ, δε θα τους στείλουμε στην Τουρκία για να δικαστούν και να κριθούν δίκαια, αλλά για να τιμωρηθούν¬για εσχάτη προδοσία. Ο Ερντογάν έχει δηλώσει ήδη ότι στην αναθεώρηση του Συντάγματος που σκοπεύει να κάνει την άνοιξη θέλει να επαναφέρει τη θανατική ποινή, και μάλιστα «για τους πραξικοπηματίες», δηλαδή με αναδρομική ισχύ. Αν με άλλα λόγια, αποφασίσουμε να στείλουμε στην Τουρκία τους Οκτώ, χαρακτηρισμένους ήδη ως «πραξικοπηματίες» και «προδότες», τους στέλνουμε σχεδόν βέβαια στο θάνατο.

Επανέρχομαι όμως στον πατριωτισμό. Ο ορισμός του, κατά τη γνώμη μου, είναι να πράττει κανείς το σωστό για την πατρίδα του, παντού και πάντα, ανεπηρέαστος από όσα θέλουν οι άλλοι να σε κάνουν να πιστέψεις, άλλοτε καλοπροαίρετα και άλλοτε όχι, άλλοτε με αλήθειες κι άλλοτε με ψευτιές. Η μάνα μου μού επαναλάμβανε συχνά τη φράση: «όλων τη γνώμη άκουγε, και τη δική σου κράτα». Την ακολουθώ πιστά.

Οι αρχαίοι είχαν για να προβλέπουν το μέλλον τους οιωνοσκόπους, τους μάντες. Σε εμάς, τον ρόλο αυτό τον παίζουν οι τηλεοράσεις, οι εφημερίδες—άλλες σοβαρές, άλλες όχι— αλλά ακόμη περισσότερο το κουτσομπολιό, οι διαδόσεις, οι φήμες, άλλες εκφρασμένες δημόσια, άλλες ιδιωτικά. Έτσι, επειδή τυχαίνει να παρακολουθώ τη δημοσιότητα, αλλά και να μιλώ με πολλούς ανθρώπους στην Ελλάδα που ασχολούνται με τα κοινά, δημοσιογράφους, πολιτικούς και άλλους, από τα μέσα Δεκεμβρίου ακούω από παντού, σε παραλλαγές, το ίδιο μήνυμα, τον ίδιο σύγχρονο «οιωνό», για το θέμα των Οκτώ: «Είναι τελειωμένο. Υπάρχει, πολιτική απόφαση. Θα τους δώσουν τους ανθρώπους».

Όταν αποφάσισα να ασχοληθώ προσωπικά με το θέμα, προσπαθώντας να δώσω στο ζήτημα τη δημοσιότητα που του αξίζει, και να φέρω τις διαστάσεις του όσο περισσότερο μπορώ σε γνώση των συμπολιτών μας, αλλά και της διεθνούς κοινότητας, άκουσα από πολλούς καλούς και σοβαρούς ανθρώπους ότι ματαιοπονώ. «Ό,τι και να κάνεις εσύ, ή όποιος άλλος, εφ᾽όσον υπάρχει πολιτική βούληση, θα εκδοθούν». Εγώ επέμεινα όμως, γιατί κάποτε διάβασα¬—και με σημάδεψε—τη φράση του Ίωνα Δραγούμη, ότι όταν πολεμάς για την πατρίδα σου, πρέπει να το κάνεις με τη συνείδηση ότι η σωτηρία της εξαρτάται από εσένα και μόνο, προσωπικά. Δεν πιστεύω ότι ο Δραγούμης εννοούσε ότι πρέπει να γίνει ο καθένας μας μεγαλομανιακός, όσο το να μην αφήνει περιθώρια σε δικαιολογίες, στον ωχαδελφισμό, στη νοοτροπία του «άσε μωρέ τώρα, εγώ θα βγάλω το φίδι από την τρύπα». Ο Δραγούμης είπε ότι για να πολεμήσεις έναν αγώνα άξια πρέπει να πιστέψεις ότι ναι, εσύ, εσύ ειδικά, πρέπει να βγάλεις το φίδι από την τρύπα.

Έτσι, όταν άρχισα να ασχολούμαι συστηματικά με το θέμα των Οκτώ, να ενημερώνομαι, να μαθαίνω, να παρακολουθώ, να ενημερώνω όσους δεν το ήξεραν, είτε με κουβέντες προσωπικές, είτε μιλώντας σε ραδιόφωνα και  τηλεοράσεις, είτε κάνοντας αναρτήσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και γράφοντας άρθρα σε εφημερίδες και ιστοσελίδες, ελληνικές και ξένες, έβαλα στην άκρη τις φήμες, τις πληροφορίες και τις παραπληροφορίες, τους σύγχρονους οιωνούς, όλα εκείνα τα «είναι τελειωμένα, θα τους δώσουν, υπάρχει πολιτική απόφαση, έχουν ασκηθεί πιέσεις στους δικαστές». Γιατί αν έδινα βάση σε όλα αυτά, θα σταύρωνα τα χέρια και δε θα έκανα τίποτε.

Πήρα για οδηγό μου μια παλιά ιστορία, που η φράση στο επίκεντρό της αποτελεί σταθερό μοτίβο του ελληνικού πατριωτισμού. Τη φράση αυτή τη βρίσκεις γραμμένη σε στρατόπεδα, την ακούς σε εθνικές γιορτές, τη βλέπεις ενίοτε και χώρους που δε σου αρέσουν, σε περιβάλλον ακραίου, ή κα μισαλλόδοξου εθνικισμού. Αλλά τίποτε από αυτά δεν την κάνει να χάσει την αξία της.

Είναι λιγάκι παράδοξο, με έναν τρόπο όμως όμορφο και σημαδιακό, που μας δείχνει γιατί οι αξίες των αρχαίων Ελλήνων έγιναν πανανθρώπινες, ότι τη φράση που εκφράζει όσο καμιά άλλη την πεμπτουσία του ελληνικού πατριωτισμού, και του αρχαίου και του σύγχρονου, την είπε κατά τους ποιητές ένας άνθρωπος που θεωρείτο εχθρός των Ελλήνων. Αλλά αυτό δεν είχε καμία σημασία για τους αρχαίους —που γνώριζαν όλοι ποιος είπε τη φράση. Αυτό που είχε σημασία ήταν ότι ήταν ήρωας, αν και εχθρός, ότι ήταν μεγάλο παλικάρι.

Να η ιστορία που περιέχει τη φράση:

Όταν μια μέρα, σε μια μεγάλη επίθεση κατά του στρατού των Αχαιών (των «Ελλήνων», το λέμε σήμερα), ο τρωϊκός στρατός είχε φτάσει κοντά στην καρδιά του αχαϊκού στρατοπέδου, κάποιος από τους πολέμαρχους των Τρώων σταμάτησε την επίθεση. Ήταν ο Πολυδάμας, που του άρεσε να παριστάνει και τον μάντη. Είπε στους άλλους πολεμιστές ότι είδε ένα όνειρο το προηγούμενο βράδι, κάτι με έναν αετό που κρατούσε ένα φίδι, και το φίδι τελικά κατέτρωγε τον αετό. Αυτό το ερμήνευσε στους άλλους ως μεγάλο σημάδι από τους θεούς, που οδηγούσε στο συμπέρασμα, κατά την ερμηνεία του, ότι η επίθεση έπρεπε να σταματήσει, γιατί ο στρατός τους θα ηττηθεί. Οι άλλοι πολεμιστές άκουσαν τα λόγια του και λιποψύχησαν. Μπήκε όμως στη μέση ο Έκτορας, ο πιο άξιος και γενναίος πολεμιστής, ο ήρωας, και τους είπε ότι έπρεπε να συνεχίσουν τη μάχη. Στον οιωνό του Πολυδάμα δεν έπρεπε να δώσουν καμία σημασία, τους είπε, γιατί υπήρχε ένας άλλος καλύτερος. Και αυτό το εξέφρασε έτσι όπως το θυμόμαστε και σήμερα: «Εις οιωνός άριστος, αμύνεσθαι περί πάτρης».

Η μάχη του ελληνικού πατριωτισμού, του πραγματικού πατριωτισμού, που έχει να κάνει με την υπεράσπιση των αξιών του ανθρωπισμού και των αρχών της δημοκρατίας, γίνεται αυτές τις μέρες στο Ποινικό Τμήμα του Αρείου Πάγου. Εκεί κρίνεται η τύχη της έκδοσης των Τούρκων αξιωματικών, των οκτώ αυτών ανθρώπων που ήρθαν στην πατρίδα μας σαν αρχαίοι ικέτες ζητώντας να τους προστατεύσουμε από ένα βάρβαρο καθεστώς. Αυτό πιστεύω εγώ, τουλάχιστον. Δεν πα να λέει όποιος θέλει ότι είναι «τελειωμένη υπόθεση». Αυτός ο σύγχρονος οιωνός εμένα δε με πείθει. Οι υψηλόφρονες δικαστές, μα και όσοι κρατάμε ψηλά την υπόθεση στο δημόσιο λόγο, έτσι ώστε να μην αφήσουμε να γίνει το κακό στα κρυφά και στα σκοτεινά, πρέπει να ακούμε μονάχα τον οιωνό του Έκτορα, τον ένα και άριστο: να αμυνόμαστε για την πατρίδα μας.

* Ο κ. Απόστολος Δοξιάδης είναι συγγραφέας

Αναδημοσίευση από: capital.gr

Δείτε επίσης

Έτοιμος για μεγάλες… αλήθειες πάλι ο Τσίπρας στον Χατζηνικολάου! Η συνέντευξη του 2015 που έμεινε στην ιστορία

Συνέντευξη στον ΑΝΤ1 και στον δημοσιογράφο Νίκο Χατζηνικολάου θα παραχωρήσει απόψε ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας και ήδη στο το twitter υπάρχει σχετικό trend με το #ερωτηση_χατζηνικου για τις πιθανές… ερωτήσεις με αποδέκτη τον πρωθυπουργό, με το ανάλογο τρολάρισμα φυσικά!

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *