Αθήνα

15 oC

βροχοπτώσεις μέτριας έντασης

Χρήστος Καπράλος: Από τα δύσκολα χρόνια στο Αγρίνιο, στην Αίγινα του πωρόλιθου και του φωτός- Μια περιήγηση στο Μουσείο Καπράλου

Στο δρόμο που περνούσε έξω από το σπίτι του, τον λουσμένο από το Αττικό φως και τον ποτισμένο από τις ψιχάλες του θαλασσινού νερού, διάβηκαν -φορτωμένοι με την Τέχνη τους και τη βαριά κορμοστασιά του ταλέντου τους- απόλιγοι ομότεχνοι του.

Στο δρόμο που περνούσε έξω από το σπίτι του, τον λουσμένο από το Αττικό φως και τον ποτισμένο από τις ψιχάλες του θαλασσινού νερού, διάβηκαν -φορτωμένοι με την Τέχνη τους και τη βαριά κορμοστασιά του ταλέντου τους- απόλιγοι ομότεχνοι του.

ΓΡΑΦΕΙ Η Τόνια Ζαραβέλα

Περίπου στη μέση της διαδρομής, από το σπίτι του Γιάννη Μόραλη ως το «κουκούλι» του Καζαντζάκη, η «Μάνα» του Καπράλου, η «κυρα Βγένα», η «Μάνα» όλης της Αίγινας, στέκει χρόνια με γυρτό κεφάλι και καμαρώνει τη δουλειά του Χρήστου της, «προδίδοντας» το σημείο που λάτρεψε και έπλασε για εργαστήριό του ο γιος της.

Από το 1963 που ο Χρήστος Καπράλος ήρθε στην Αίγινα, ως τη στιγμή που πήρε στα χέρια του τόν θαυμαστό πωρόλιθο του νησιού, κι ύστερα πάλι απ' τη στιγμή που πιστός εργάτης της Τέχνης άρχισε να δημιουργεί πιάνοντας άλλο μετερίζι, λαξεύοντας το ξύλο, το σπίτι του στα Πλακάκια έγινε ορμητήριο κάθε ποθητής του καλλιτεχνικής δημιουργίας.

Άποψη αίθουσας του Μουσείου Καπράλου από την αυλή του (φωτο: Τόνια Ζαραβέλα)
Ο Χρήστος Καπράλος και τα δύσκολα χρόνια

Ο Χρήστος Καπράλος γεννήθηκε στο Παναιτώλιο του Αγρινίου και η ταπεινή του καταγωγή, όσο ο ήσυχος και ο -επίσης- ταπεινός του χαρακτήρας απεικονίζονται στα υλικά με τα οποία θα επιλέξει να πλάσει τα έργα του. Έργα που τον ανάγουν γρήγορα σε έναν από τους σπουδαιότερους γλύπτες του 20ου αιώνα. Έργα μεγαλεπήβολα για τα οποία δεν θα διστάσει να δουλέψει πολύ, με την καλλιτεχνική του δημιουργία πολλές φορές να τον αναγκάζει να κάνει τροποποιήσεις στο ίδιο του το σπίτι, δίχως καμία πρόθεση να συμβιβάσει την έμπνευσή του με τα όρια του χώρου του.

«Οι ταλαιπωρίες εμένα μου έκαναν καλό. Τα βάσανα της παιδικής και της νεανικής μου ηλικίας με ωφέλησαν, μου έμαθαν αλήθειες που δεν μου της έδειξε κανείς. Αν μου είχαν έρθει όλα ρόδινα, θα έκανα πράγματα κούφια, θα μου είχε στερήσει ότι υπήρχε σαν ουσία στο έργο μου», με αυτά τα λόγια ο ίδιος ο Χρήστος Καπράλος περιέγραφε τις πηγές της έμπνευσής του.

Έργα του Χρήστου Καπράλου στο Μουσείο Χρήστου Καπράλου στην Αίγινα. (φωτο: Τόνια Ζαραβέλα)

Η φτωχική ζωή της υπαίθρου, η καθημερινότητα του λαού της, τα δύσκολα χρόνια της κατοχής, οι χαρές και τα βάσανα μιας Ελλάδας που πληγώθηκε στο διάβα των χρόνων από τον πόλεμο, τις εμφύλιες συρράξεις είναι οι γνώμονες της δημιουργίας του. Πάντα στο προσκήνιο της Τέχνης του βρίσκεται ο άνθρωπος, η μάνα του, οι γυναίκες, οι ήρωες της αρχαίας και νεότερης ιστορίας και σε λίγα έργα του, με ρεαλισμό, κάποιος συναντά και τη δική του φιγούρα, που εποπτεύει στο χώρο όλη την «παραγωγή» του.

Άλλωστε, στο Μουσείο Καπράλου στην Αίγινα, η αίσθηση ότι ο Χρήστος Καπράλος βρίσκεται σε μια γωνιά, έχοντας κοντά του μερικά εργαλεία, είναι ίσως η πρώτη που θα αποκτήσει ο επισκέπτης.

Τα πινέλα του Χρήστου Καπράλου, όπως τα άφησε. (φωτο: Τόνια Ζαραβέλα)
Σαν να «έφυγε» εχθές

Από την είσοδο κιόλας στον κήπο του Μουσείου Καπράλου συναντάς έργα του. Ανάμεσα στις ελιές και με φόντο τον γαλάζιο ορίζοντα, ο γλύπτης είχε τοποθετήσει με περίσκεψη φιγούρες από πωρόλιθο, που βρήκε περίσσιο στην αιγινήτικη γη.

Έργο του Χρήστου Καπράλου στο Μουσείο Χρήστου Καπράλου στην Αίγινα. (φωτο: Τόνια Ζαραβέλα)

Στην πόρτα της πρώτης από τις έξι αίθουσες του εργαστηρίου του γλύπτη, οι οποίες λειτουργούν σαν μουσείο, βρίσκεται πάντοτε χαμογελαστή και έτοιμη να σου μιλήσει με πάθος για τη ζωή και την καλλιτεχνική του κληρονομιά η υπεύθυνη του Μουσείου, Αρετή Πηγιαδίτη. Όπως μας είπε, είχε τη χαρά να τον γνωρίσει και να μελετήσει εκτενώς το έργό του. Αυτό θα διαπιστώσουμε και οι ίδιοι όσο μας ξεναγεί στη ζωή, την Αίγινα και τις απαράμιλλες από κάθε άποψη συλλογές του.

Αφήνοντας πίσω την ηλιόλουστη αυλή, το πρώτο πράγμα που συναντά κανείς είναι ένα στρογγυλό τραπέζι. Ένα μικρό κουτί έχει μέσα, την μία δίπλα στην άλλη, τις πίπες του. Ο Χρήστος Καπράλος κάπνιζε πολύ και παρότι έχουν περάσει 26 χρόνια από τον θάνατό του, μοιάζει λες και τις άφησε εχθές για να χωθεί σε εκείνο το μικρό γραφειάκι, με τα πινέλα του και όλα τα μικρά και μεγαλύτερα σύνεργα, τα οποία ως προέκταση του χεριού του έκαναν τη σκέψη ύλη.

Οι πίπες του Χρήστου Καπράλου σαν να της άφησε εχθές. (φωτο: Τόνια Ζαραβέλα)

Δίπλα στο τζάκι υπάρχουν τα δύο μικρά κρεβάτια. Είναι ο χώρος όπου έζησε με την αγαπημένη του Σούλη Καπράλου, τη γυναίκα που στάθηκε αθόρυβα στο πλευρό του και πάλεψε με όλες της τις δυνάμεις, ώστε το Μουσείο Καπράλου να είναι σήμερα ανοιχτό και να επεκταθεί ώστε να χωρέσει το σύνολο της δημιουργίας του γλύπτη.

Το τζάκι και η φωτογραφία του Χρήστου Καπράλου με την αγαπημένη του Σούλη (φωτο: Τόνια Ζαραβέλα)

Δούλεψε πολύ με το ξύλο και θέλησε να αναπαραστήσει με τον δικό του μοναδικό τρόπο μάχες και ιστορικά γεγονότα της αρχαίας Ελλάδας. Δεν άφησε ποτέ, όμως το πινέλο, ούτε έπαψε να λαξεύει την πέτρα.

Στο Μουσείο Καπράλου υπάρχουν, στη θέση που τα άφησε, ατέλειωτα σχέδιά του. Φιγούρες και πρόσωπα στα οποία δεν πρόλαβε να δώσει την πνοή που ήθελε.

Το γραφείο του Χρήστου Καπράλου σε αίθουσα του Μουσείου Καπράλου στην Αίγινα (φωτο: Τόνια Ζαραβέλα)
Το «Μνημείο της Μάχης της Πίνδου»
«Το Μνημείο της Μάχης της Πίνδου» (φωτο: Τόνια Ζαραβέλα)

Όμως, ένα έργο του ανάμεσα στην πληθώρα, το «Μνημείο της Μάχης της Πίνδου» είναι εκείνο που αφήνει κάθε επισκέπτη να θαυμάσει την επιμονή, τη λαχτάρα και το μεράκι του, στο ήδη μέγιστο ταλέντο του που έχει προϋπαντήσει στους υπόλοιπους χώρους του Μουσείου.

«Το Μνημείο της Μάχης της Πίνδου» έχει μήκος σαράντα μέτρα και ύψος ένα μέτρο και δέκα πόντους. Εικονίζει 124 ανθρώπινες φιγούρες, 5 ζώα, 2 πουλερικά και αρκετά αγροτικά εργαλεία. Ολα αυτά σκαλιστήκαν πάνω σε 83 πλάκες πουρόπετρας. Κεντρικό θέμα, το έπος για την ειρήνη. Πάνω στις πλάκες, με εφτά ενότητες, ιστορούνται: ο Πόλεμος, η Κατοχή, η Αντίσταση, η Απελευθέρωση, η Ειρήνη.

Στην πρώτη ενότητα εικονίζονται αγρότες να πηγαίνουνε στα χωράφια, στις δουλειές τους (18 ανθρώπινες φιγούρες). Στη δεύτερη, η κήρυξη του πολέμου, ο στρατός που ξεκινά, οι άνθρωποι φεύγουν από τα χωριά με ό,τι μπορούνε να πάρουνε (15 φιγούρες). Στην τρίτη, σκηνή από τον πόλεμο, οι Ελληνες προχωράνε, τραυματίες πέφτουνε και οι Ιταλοί φεύγουνε (φιγούρες 15). Ο γλύπτης σμίλεψε εκεί τα εξής: «Αίγινα, 1.10.56». Στην τέταρτη ενότητα, γυρισμός από τον πόλεμο, αγκαλιάσματα των ανθρώπων (φιγούρες 23). Στην πέμπτη η Κατοχή (17 φιγούρες), ο Καπράλος χάραξε:

«Γλυκός ο πόνος για την Πατρίδα

σκληρός ο μόχθος για τη ζωή

γεωργοί σκαφτιάδες αμπελουργοί

μανάδες χαροκαμένες

γυναίκες λυπημένες

τι όμορφη που είναι η ζωή

Αίγινα 1953».

Η έκτη ενότητα - Αντίσταση έχει 19 φιγούρες. Στην έβδομη ενότητα Ειρήνη, με μουσική και χορό αδελφώνονται φίλοι κι εχθροί.

Το «Μνημείο» αγόρασε το 2001 η Βουλή, αυτό είναι το αντίγραφό του υπάρχει στο Μουσείο Καπράλου, στην Αίγινα.

Ένα από τα μεγαλήβολα έργα του Χρήστου Καπράλου στο Μουσείο Καπράλου στην Αίγινα (φωτο: Τόνια Ζαραβέλα)
Έργα του Χρήστου Καπράλου στο Μουσείο Χρήστου Καπράλου στην Αίγινα. (φωτο: Τόνια Ζαραβέλα)
Ο Χρήστος Καπράλος μέσα από τα μάτια της Σούλης

«Έφτασε πια το τέλος του Οχτώβρη. Επιστρέφουμε στην Αθήνα. Πέρασε το καλοκαίρι με σκληρή δουλειά, που τέλειωσε τέσσερις μέρες πριν την αναχώρηση. Για ξεκούραση [ο Χρήστος] αρχίζει τη δουλειά στο κτήμα. Σκαλίζει, κλαδεύει, ποτίζει και φτιάχνει τα περιβολάκια με βότσαλα. Χαίρεται την ελευθερία του. Του φτάνουν αυτές οι τέσσερις μέρες για να ξεκουραστεί. Είναι τόσο ικανοποιημένος με τη δουλειά που έβγαλε. Για τον καιρό που δεν πήγε χαμένος. Συνολικά έκανε έντεκα έργα αυτό το καλοκαίρι, σε διάστημα περίπου τρεισήμισι μηνών. Δούλεψε υπεράνθρωπα. Η φετινή αδιάκοπη δουλειά μου θύμισε τα καλοκαίρια, χρόνια πριν, όταν δούλευε τη Ζωφόρο στην Αγία Τριάδα. Δούλευε συνέχεια, από πρωί-πρωί μέχρι τη μία το μεσημέρι. Πάμε έπειτα για μπάνιο. Και στη θάλασσα δεν ησυχάζει. Με ένα καμάκι, οργώνει τη θάλασσα, ψάχνοντας για χταπόδια. Κι είναι τόση η χαρά του όταν πιάνει κανένα, κι αυτό γίνεται συχνά, που όλη η παραλία αντηχεί απ’ τις φωνές του. Χαίρεται σαν μικρό παιδί. Η αντοχή του είναι απίθανη. Μετά το φαγητό ξαπλώνει για μισή ώρα και είναι τέτοια η κούρασή του που τον παίρνει αμέσως ο ύπνος. Και ξαφνικά πετάγεται. Τινάζεται σαν τόξο απ’ το κρεβάτι, ρίχνει κάμποσο νερό στο κεφάλι του και τρέχει στο υπόστεγο για να αρχίσει την απογευματινή δουλειά. Κατάπληξη σου κάνει η υπεράνθρωπη θέλησή του. Ενώ εσένα η ζέστη, το μπάνιο, το φαγητό σ’ έχουν ναρκώσει, το σώμα χαλαρό και το πνεύμα οκνό, ο Χρήστος στέκει πάντα φρέσκος και ξεκούραστος. Τον τρέφει ο έρωτας για την δουλειά του και τον ποτίζει με τη δροσιά του. Στη δύση του ήλιου, αφήνει τα εργαλεία και ξεκινάμε για τον απογευματινό περίπατο στου Νικολάου»

Ποιος ήταν ο Χρήστος Καπράλος

Ο Χρήστος Καπράλος γεννήθηκε στο Μουσταφούλι (το σημερινό Παναιτώλιο) Αγρινίου και ο πατέρας του ήταν μεσίτης καπνών. «Δηλαδή, αγόραζε τα καπνά από όλη την Περιφέρεια Αγρινίου για λογαριασμό των αδελφών Παναγόπουλου. Φορούσε φουστανέλα και με το άλογο γύριζε τα χωριά και αγόραζε τα καπνά. Ηταν καλός στις συναλλαγές του και όλοι τον προτιμούσαν» γράφει στην αυτοβιογραφία του.

Ηταν η εποχή που ο Παπαστράτος ήταν ένα μικρό μπακάλικο, ενώ οι περισσότεροι άνθρωποι ήταν αγράμματοι – ακόμη και τα παιδιά, αφού σταματούσαν γρήγορα το σχολείο για να βοηθήσουν την οικογένεια στις δουλειές. Και η δική του ζωή παρόμοια θα ήταν αν δεν συνειδητοποιούσε πολύ γρήγορα ότι θέλει να γίνει ζωγράφος ή γλύπτης. Μόνος του είχε βρει και τον δάσκαλο, έναν αγιογράφο στο Μεσολόγγι. Η οικογένειά του δεν τον σταμάτησε.

Σημαντική υπήρξε στη συνέχεια η υποστήριξή του από τον Γιάννη Παπαστράτο για να σπουδάσει, αρχικώς στην Αθήνα, στην Ανωτάτη Σχολή καλών Τεχνών, με δάσκαλο τον Ουμβέρτο Αργυρό, αλλά και με μια σπουδαία γνωριμία μεταξύ άλλων: τον Γιαννούλη Χαλεπά, γέροντα πλέον και γείτονά του στην οδό Δαφνομήλη. Θα ακολουθήσει το Παρίσι, πάλι με υποτροφία Παπαστράτου. Εκεί θα παραμείνει ως το 1940 σπουδάζοντας γλυπτική στις Ακαδημίες Γκραντ Σομιέρ και Κολαροσί ως επιμελητής του Μαρσέλ Ζιμόν.

Έργα του Χρήστου Καπράλου στο Μουσείο Χρήστου Καπράλου στην Αίγινα. (φωτο: Τόνια Ζαραβέλα)

Στο Παρίσι ο Καπράλος θα γνωρίσει σημαντικές προσωπικότητες της εποχής του, ενώ σε κάθε επιστροφή στην Ελλάδα θα συναντούσε τον Μόραλη και τον Νικολάου (από τότε χρονολογείτο η φιλία τους) αλλά και τον Γαλάνη, τον Σικελιανό, τον Μπουζιάνη. Το 1940 επιστρέφει οριστικώς στην Ελλάδα και για τα επόμενα πέντε χρόνια διαμένει στο χωριό του δουλεύοντας τα έργα του με μοντέλα τη μάνα του και τους συγχωριανούς του, ενώ δεν θα σταματούσε και τη σκληρή, χειρωνακτική δουλειά στα χωράφια.

«Αν τύχει και ξυπνήσεις το καλοκαίρι μετά τα μεσάνυχτα, θα δεις σ’ όλο τον κάμπο μύρια φωτάκια να πηγαινοέρχονται σαν μεθυσμένα μέσα στα καπνοτόπια. Είναι οι χωρικοί με τα λυχνάρια που βγήκαν τα μεσάνυχτα να μαζέψουν τον καπνό. Πριν βρει ο ήλιος όλοι γυρίζουν σπίτια τους» έχει γράψει στην αυτοβιογραφία του.

Η πρώτη ατομική έκθεση του Χρήστου Καπράλου έγινε το 1946 στον Παρνασσό με εξαιρετικές κριτικές. Ακολούθησαν εκθέσεις στην αίθουσα «Κεντρικόν» το 1950 και στην αίθουσα της εφημερίδας «Το Βήμα» το 1953. Η Αίγινα, στο μεταξύ, τον είχε κερδίσει – το 1963 απέκτησε το δικό του εργαστήρι στο νησί -, ενώ σιγά σιγά άνοιξαν και οι διεθνείς διακρίσεις με εκθέσεις στη Νέα Υόρκη το 1963, στο Ντιτρόιτ το 1964, στη Νυρεμβέργη το 1967 και στο Σινσινάτι το 1969. Το 1962 υπήρξε ο μοναδικός εκπρόσωπος της Ελλάδας στην Μπιενάλε της Βενετίας, όπου παρουσίασε χάλκινα έργα του. Το 1971 ξαναπήγε, ενώ το 1973 βρέθηκε στην Μπιενάλε του Σάο Πάολο της Βραζιλίας.

Έφυγε από τη ζωή το 1993.

Έργα του Χρήστου Καπράλου με φόντο το απέραντο γαλάζιο (φωτο: Τόνια Ζαραβέλα)

Το 2006 το Ίδρυμα Χρήστου και Σούλης Καπράλου περιήλθε στην Εθνική Πινακοθήκη – Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου και από τότε λειτουργεί ως παράρτημά της. Ευχαριστούμε πολύ την Εθνική Πινακοθήκη για την άδεια φωτογράφησης των εκθεμάτων, καθώς και την Αρετή Πηγιαδίτη για την ξενάγησή της στους χώρους του Μουσείου. 

(πηγές: aeginafirst.wordpress.com, rizospastis.gr)

Send this to a friend