Αθήνα

7 oC

αραιές νεφώσεις

Ντοκουμέντο: Πώς περιγράφει ο Λαλιώτης τις τελευταίες στιγμές του Πολυτεχνείου

Είναι ελάχιστες οι φορές στη μεταπολίτευση που ο Κώστας Λαλιώτης, ένας από τους βασικούς πρωταγωνιστές της εξέγερσης του Πολυτεχνείου, μίλησε ανοιχτά για όσα συνέβησαν εκείνες τις μέρες που συγκλόνισαν και σημάδεψαν ανεξίτηλα την Ιστορία της χώρας.

Το TheCaller στην επέτειο του 2017 παρουσίασε, ένα κείμενο-ποταμό του Κώστα Λαλιώτη στο οποίο κατέθεσε την ιστορική-πολιτική του μαρτυρία και άποψη για το κορυφαίο αυτό γεγονός.

Συγκλονιστική είναι η φορτισμένη προσωπική του καταγραφή του για τις δραματικές στιγμές πριν αλλά και αφού έχει πέσει η πύλη του Πολυτεχνείου. Ο Κώστας Λαλιώτης ήταν ένας απο αυτους που επιχείρησαν να διαπραγματευτουν εκ μέρους της συντονιστικής επιτροπής την αποχώρηση των φοιτητών.

Διαβάστε το απόσπασμα και την περιγραφή για τις τελευταίες δραματικές εκείνες ώρες:

Ξέρω γιατί σήκωσα τη Λευκή Σημαία...

Θυμάμαι ποιους και γιατί αποχαιρέτησα (...γεια σου, Μανώλη, Κυριάκο, Μήτσο, Στέφανε και Μιχάλη... γεια σας, φίλοι μου...), πριν κάνω το «σάλτο μορτάλε», το άλμα πάνω από την πόρτα του Πολυτεχνείου, για να βρεθώ έξω στην Πατησίων, για να διαπραγματευτώ δίπλα από τα ΤΑΝΚΣ με τους Στρατηγούς, εξ ονόματος της Συντονιστικής Επιτροπής Κατάληψης, εξ ονόματος μιας εξεγερμένης γενιάς.

Για να διαπραγματευτούμε μαζί με τον Κυριάκο με μοναδικό ατού την ηθική υπεροχή των αθώων και των αποφασισμένων. Για να κερδίσουμε, διαπραγματευόμενοι, μερικές ώρες μέχρι να ξημερώσει.

Για να «επιβάλουμε», έστω την ύστατη στιγμή, τους όρους μας έντιμης παράδοσης, μιας τιμητικής εξόδου με το κεφάλι ψηλά, γιατί είχαμε μέσα και έξω από το Πολυτεχνείο νεκρούς, τραυματίες και χιλιάδες εφήβους και μαθητές, φοιτητές, εργάτες και πολίτες στους δρόμους. Υ/Γ. 15: Ξέρουμε ότι ήμασταν μόνοι μας, εμείς και οι «Σιδερόφραχτοι».

Οι εκκλήσεις μας προς την πολιτική και την πνευματική Ηγεσία, προς τη Δικαιοσύνη και το Στρατό, προς το Διπλωματικό Σώμα, προς την Εκκλησία και προς τους Πολίτες, δυστυχώς ήταν εκκλήσεις χωρίς καμία ανταπόκριση.

Ηχεί ακόμα στ’ αφτιά μας η πνιχτή και στρίγγλικη φωνή ενός αξιωματικού: «Τσογλάνια»,  «Ο Στρατός δεν ξευτελίζεται»,  «Ο Στρατός δε διαπραγματεύεται…». Και μετά η «Διαταγή».

Ένα «Νεύμα» για την ΕΙΣΒΟΛΗ.

Προβολείς. Εκτυφλωτικό φως. Διαβολικοί ήχοι από τις μηχανές και τις ερπύστριες των τανκς. Κλαγγές όπλων. Υστερικές και τρομαγμένες φωνές των Ελεύθερων Πολιορκημένων.

Μετά το νεύμα του Αξιωματικού η ΕΙΣΒΟΛΗ.

Μαζί με την πόρτα του Πολυτεχνείου, όλα γκρεμίστηκαν μέσα μου, έγιναν συντρίμμια. Δε φοβήθηκα για την τύχη μου.

Όμως ψυχικά ήμουν ένα ράκος, ένας αλλοπαρμένος, γιατί με είχαν κυριεύσει, με είχαν καταπλακώσει οι ευθύνες, οι ενοχές και οι τύψεις μου, τα «Γιατί» για το αίμα, τους νεκρούς, τους τραυματίες, τους συλληφθέντες για την έξοδο, για το μετά.

Αρνήθηκα να με «φυγαδεύσουν» κάποιοι Αξιωματικοί του στρατού.

Ένιωθα το χρέος και το καθήκον να απαιτήσω να τηρηθούν τουλάχιστον ορισμένοι όροι για την παράδοσή μας, έτσι, για την τιμή της εξέγερσής μας.

Αμέσως μετά την «παράδοση του χώρου», με συνέλαβαν και με οδήγησαν για πολύμηνη φυλάκιση στο ΕΑΤ-ΕΣΑ, όπου βίωσα μαζί με άλλους φίλους και εκλεκτούς αγωνιστές της γενιάς μας τι σημαίνουν βασανιστήρια, άγριο ξύλο και «φάλαγγα».

Τι σημαίνουν, ως μαρτύριο, συνεχής αϋπνία και ορθοστασία, χωρίς φαγητό και ελάχιστο νερό, τι σημαίνει σωματική και ψυχική βία, με όλες τις συνακόλουθες κτηνώδεις ανακριτικές μεθόδους στο κελί της φυλακής ή στο δωμάτιο του αναρρωτηρίου.

Τι σημαίνουν όρια αντοχής, ψυχικά αποθέματα και αξιοπρέπεια ενός ανθρώπου, τι σημαίνουν πίστη σε ιδανικά και ιδέες, απόλυτη ταύτιση με μυστικά και κώδικες μιας οργάνωσης, απόλυτη αλληλεγγύη προς τους άλλους…

Μπήκα από την Κεντρική Πύλη μαζί με τους Αξιωματικούς μετά το τανκς.

Η πρώτη εικόνα που αντίκρισα, το πρώτο σοκ, ήταν ένα μελαχρινό κορίτσι, ήταν η Πέπη Ρηγοπούλου, πλακωμένη από τα συντρίμμια της πόρτας του Πολυτεχνείου.

Σχεδόν δεν κατάλαβα τίποτα, εκτός από μια διαπεραστική έκκλησή της και μια κοφτερή ματιά της... Κοντοστάθηκα για να τη βοηθήσω, αλλά με τράβηξαν οι Αξιωματικοί του Στρατού.

Έπρεπε να πάμε στο πρόχειρο Ιατρείο, εγώ, ως εκπρόσωπος της Συντονιστικής Επιτροπής, να τους παραδώσω μέσα σε λίγα λεπτά τους νεκρούς και τους τραυματίες, μέσα σε λίμνες από αίμα και κραυγές πόνου και απελπισίας, και να απαιτήσω από αυτούς να τηρήσουν τους όρους για μια αναίμακτη έξοδο των φοιτητών.

Πέρασαν από τότε δεκαεννιά χρόνια για να βρω το κουράγιο να μιλήσουμε με την Πέπη γι' αυτή τη σκηνή, αν και γνωριζόμαστε προσωπικά κάπου δώδεκα χρόνια. Τώρα, αγαπητή μου Πέπη, ασφαλώς και ξέρεις πια γιατί σου λέω και τι εννοώ με τους στίχους: «  ...μη με ρωτάς, δε θυμάμαι,        μη με κοιτάς, σε φοβάμαι,        μη με ρωτάς, μη με κοιτάς... »

 

Send this to a friend