Αθήνα

4 oC

αίθριος καιρός

Hottest

Ενημέρωση σε…fast-forward!

«Πλακώθηκαν» Πρετεντέρης – Ραγκούσης: «Μια ζωή Πασόκος ήταν ο άνθρωπος…»

CALLER'S CHOICE

O Δοξιάδης υπερασπίζεται τον Κασιμάτη: «Το σχόλιό του για την Γεννηματά ήταν η ωμή αλήθεια»

Το άρθρο του Στέφανου Κασιμάτη στα ΝΕΑ στο οποίο ανέφερε μεταξύ άλλων ότι η Φώφη Γεννηματά προσέφερε περισσότερα με τον θάνατό της από ότι με την ζωή της, υποστηρίζει με ανάρτησή του ο Απόστολος Δοξιάδης.

Δείτε επίσης

Oργή για το εμετικό σχόλιο Κασιμάτη για τη Φώφη Γεννηματά – Ξεσπούν στελέχη του ΚΙΝΑΛ
Απίστευτη χυδαιότητα Κασιμάτη: «Η μακαρίτισσα Φώφη προσέφερε περισσότερα με τον θάνατο της απ’ότι με τη ζωή της»

«Το σχόλιο του Κασιμάτη για την Φώφη Γεννηματά δεν ήταν ούτε αδιάντροπο ούτε αναξιοπρεπές. Ήταν η ωμή αλήθεια, ειπωμένη απλά, από ένα σοβαρό δημοσιογράφο που ξέρει ότι σε ένα πολιτικό δεν χαρίζεσαι» σημειώνε μεταξύ άλλων.

Ο Απόστολος Δοξιάδης αναφέρει χαρακτηριστικά σε ανάρτησή του:

«Πριν γράψω για το θέμα είχα πει να αφήσω κάποιες μέρες, καθώς δεν με νοιάζει τόσο καθαυτό το θέμα όσο τι αποκαλύπτει για την κοινωνία και τις ψυχές μας, ελληνίδων και ελλήνων. Ήθελα δηλαδή να καταλαγιάσει λίγο η τρικυμία που δημιουργήθηκε στο φλιτζανάκι της δημοσιότητας, αυτό που χωράει όσο ενδιαφέρον υπάρχει στην κοινή γνώμη για τη διεκδίκηση της εξουσίας στο ΚΙΝΑΛ, καθώς και κάποια κύματα αντανακλαστικών που δημιούργησε, αρχικά σε όσες και όσους τρέφονται πνευματικά από το Twitter, το κατ’ εξοχήν μέσο όπου όσοι έχουν μιαν άποψη μπορούν να τέρπονται διαβάζοντας και άλλους που συμφωνούν μαζί τους, και κατ’ επέκταση σε όσους αυτοί ενημερώνουν ή επηρεάζουν με τις συζητήσεις τους.

Σήμερα μου δίνει ταυτόχρονα και μιαν αφορμή επικαιρότητας η είδηση ότι το πειθαρχικό συμβούλιο της ΕΣΗΕΑ αποφάσισε, κατά δήλωσή του, “να εξετάσει αυτεπάγγελτα την περίπτωση δημοσιογραφικού σχολιασμού για την αείμνηστη Φώφη Γεννηματά, για τον οποίο έχουν προκληθεί έντονες αντιδράσεις”. Με άλλα λόγια, στη χώρα και στην εποχή που ο κιτρινισμός, οι ψευδείς ειδήσεις, η χυδαιολογία και οι συκοφαντίες που συχνά φτάνουν στην αισχρή αλητεία, έχουν γίνει δυστυχώς σε πολλά μέσα μαζικής ενημέρωσης, και για πολλούς δημοσιογράφους, ο κανόνας, το πειθαρχικό της ΕΣΗΕΑ έκρινε ότι παράβαση της δημοσιογραφικής δεοντολογίας έκανε ο Στέφανος Κασιμάτης, με ένα σχόλιο σχόλιό του στην εφημερίδα τα ΝΕΑ.

Ώστε έτσι, ε, φύλακες των δημοσιογραφικών μας ηθών; Το πρόβλημα του δημοσιογραφικού λόγου στην Ελλάδα εντοπίζεται σε ένα σχόλιο του Κασιμάτη. Βουρ, λοιπόν, να τον “εξετάσετε”, προφανώς για να αποφασίσετε τη διαγραφή του – πάλι καλά που δεν ζούμε σε άλλο καθεστώς, σκέφτηκα διαβάζοντας την ανακοίνωσή του πειθαρχικού, γιατί εκεί το αντίστοιχο όργανο θα εξέταζε, και κατόπιν θα αποφάσιζε, την εκτέλεση του παραβάτη. Με μια διαγραφή, τουλάχιστον ο Κασιμάτης θα παραμείνει ζωντανός. Κάτι είναι κι αυτό.

Αλλά ας αφήσουμε το πειθαρχικό της ΕΣΗΕΑ να ασκήσει την επιλεκτική του ευαισθησία όπως νομίζει – έτσι κι αλλιώς, κρινόμενοι αυτοί κρίνονται. Από εκεί και πέρα τα κίνητρα των λεγόμενων “επώνυμων” (τι γελοίος όρος!) επικριτών του σχολίου του Κασιμάτη είναι προφανή, και στην περίπτωση των “πράσινων αλόγων”, δηλαδή των μνηστήρων του ΚΙΝΑΛ, που έσυραν τον χορό της επίθεσης εναντίον του, και σε κάποια όργανα όργανα του ΣΥΡΙΖΑ, και σε κάποιους από την άλλη πολιτική πλευρά, όπως του Τζιτζικώστα και του Κικίλια. Σε όλους αυτούς η αιτία της αντίδρασης ήταν το συμφέρον (στους μνηστήρες και τα όργανα του ΣΥΡΙΖΑ), και η εκδίκηση, στο εκ Νέας Δημοκρατίας ζεύγος.

Πιο συγκεκριμένα: Οι μνηστήρες του προεδρικού θώκου του ΚΙΝΑΛ θέλησαν, μετά την τάχα-μου έκρηξη δίκαιας οργή του πιο ξύπνιου από αυτούς, που βρήκε πρώτος στο σχόλιο του Κασιμάτη ευκαιρία για αυτοπροβολή, να ξεπεράσουν ο ένας τον άλλο σε οργή, μπας και υστερήσουν σε πασοκολατρεία και χάσουν καμιά ψήφο από τους άλλους, οι συριζαίοι βρήκαν ευκαιρία να επιτεθούν για άλλη μια φορά σε έναν άνθρωπο που συχνά τους έχει απογυμνώσει ιδεολογικά, κατηγορώντας τον μάλιστα για χυδαιότητα, άρα θυμίζοντάς μας εμμέσως και το ανύπαρκτό τους πλέον “ηθικό πλεονέκτημα”, και όσο για τους άλλους Τζιτζικώστα, Κικίλια, κ.α., εκ δεξιών προερχόμενους, να εκδικηθούν έναν πολυδιαβαζόμενο σχολιαστή, που δεν τους έχει αφήσει σε χλωρό κλαρί – γιατί ο Κασιμάτης δεν χαρίζει κάστανα σε κανέναν, ανεξαρτήτως πολιτικού χώρου. (Να προσθέσω εδώ, δικαιοσύνης ένεκεν, ότι ο μόνος από τους μνηστήρες του ΚΙΝΑΛ που κράτησε την αξιοπρέπειά του, μη επιδιδόμενος στο παιχνίδι “ποιος θα κατακρίνει πιο πολύ τον Κασιμάτη”, ήταν ο Ανδρέας Λοβέρδος).

Βέβαια, αυτά δεν είναι καθόλου αξιοθαύμαστα ως κίνητρα, αλλά είναι ανθρώπινα, όσο ανθρώπινα είναι η ματαιοδοξία, ο φθόνος και η κακία. Αλλά οι πολιτικοί, κρίνοντας τον Κασιμάτη, απλώς έκαναν τη δουλειά τους, οι άνθρωποι, γιατί ως γνωστόν από την πολιτική και και τη θεραπαινίδα της, τη δημοσιότητα, εσοδεύουν, και είναι φυσικό να στηρίζει ο καθένας την επιχείρησή του, κομματική ή προσωπική, με όποιον τρόπο εμπνέεται από το ήθος και τον όσο νου διαθέτει. Ανθρώπινο και αυτό και κατανοητό, αν και διόλου αξιοθαύμαστο.

Ο λόγος που μπαίνω στον κόπο να σχολιάσω τις αντιδράσεις, λοιπόν, κατ’ αρχήν των όποιων πολιτικών αντέδρασαν και κατ’ επέκταση των υπολοίπων, των μη “επωνύμων”, είναι το έδαφος το οποίο βρήκαν έτοιμοι οι πολιτικοί ώστε να εκφράσουν, υποκριτικότατα, την τάχα-μου δίκαια και τάχα-μου ειλικρινή οργή τους. Γιατί το έδαφος αυτό είναι διαβρωμένο από φαινόμενα κοινωνικής παθολογίας που αξίζει να καταδειχθούν γιατί, δυστυχώς, δεν είναι προφανή: κάτω από την επιφάνεια της υποτιθέμενης – ή ενίοτε και γνήσιας για κάποιους – ευαισθησίας των πολιτών που επιτέθηκαν λεκτικά στον Κασιμάτη, κρύβονται δυο σαράκια, το κοινωνικό και το προσωπικό, που μας κρατάνε πίσω, και ως κοινωνία και ως άτομα, δηλαδή ο ραγιαδισμός και ο μπεμπεδισμός.

Για όποιον δεν έχει την ατυχία να ζει στο φλιτζανάκι της δημοσιότητας όπου ξέσπασε η τρικυμία, αναπαράγω το σχόλιο του Κασιμάτη που την προκάλεσε. Έγραψε λοιπόν, στα ΝΕΑ του Σαββάτου 27 Νοεμβρίου, στην κατάληξη ενός σχολίου όπου παρατηρεί ότι το ΚΙΝΑΛ έχει αποκτήσει τον τελευταίο μήνα αισθητή δημοσιογραφική άνοδο (αυτό είναι καταμετρημένο) μια “πραγματική δυνατότητα αύξησης της επιρροής του” (αυτό είναι γνώμη του Κασιμάτη). Και μετά γράφει: “…Αξιοσημείωτη ειρωνεία είναι ότι, με τον θάνατό της, η μακαρίτισσα Φώφη προσέφερε στο ΠΑΣΟΚ περισσότερα από όσα είχε προσφέρει με τη ζωή της”.

Το τελευταίο σχόλιο, που προκάλεσε και τον σαματά, είναι προφανώς και αυτό γνώμη του Κασιμάτη. Έλα όμως που είναι και κοινά παραδεκτό γεγονός. Γιατί δεν υπάρχει άνθρωπος στοιχειώδους τουλάχιστον νοημοσύνης που να παρακολουθεί τη δημόσια σφαίρα, ανεξαρτήτως κόμματος, που να μην πιστεύει αυτό ακριβώς που λέει το σχόλιο του Κασιμάτη, ή και να μην το έχει εκφράσει ιδιωτικά, στον κύκλο του. Κάποιος φίλος προ ημερών το είχε αποκαλέσει επιτυχημένα, “Φώφη effect”. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι όλοι όσοι πολιτικοί επιτέθηκαν στον Κασιμάτη, χωρίς καμία εξαίρεση, έχουν κάνει κάποια παραλλαγή αυτής της σκέψης και πιθανότατα την έχουν μοιραστεί με άλλους, απλούστατα γιατί είναι καταμετρημένη και προφανής: ο θάνατος της Φώφης Γεννηματά προκάλεσε ένα κύμα συμπάθειας προς τον πολιτικό της χώρο, που ανέβασε τα ποσοστά του.

Σίγουρα αυτό έγινε σε μεγάλο βαθμό χάρη στο γεγονός ότι η Φώφη Γεννηματά αντιμετώπισε τη μακρόχρονη αρρώστια και τις φοβερές δύσκολες μέρες της με εγκαρτέρηση και εξαιρετικό θάρρος, που την καθιστούν αξιοθαύμαστη, ως άνθρωπο. (Παρεμπιπτόντως, ο Κασιμάτης, αν και δεν την επαίνεσε ποτέ πολιτικά όσο δρούσε, ήταν από τους πρώτους εξέφρασε αυτό τον θαυμασμό του, στη στήλη του). Αλλά, ταυτόχρονα, και κανείς που διαβάζει δημοσκοπήσεις και βλέπει γεγονότα δεν μπορεί να διαφωνήσει με το γεγονός ότι, ως πρόεδρος του ΚΙΝΑΛ, η Γεννηματά δεν ανέβασε τα ποσοστά του στη διάρκεια της θητείας της, ενώ αυτά ανέβηκαν μετά τον θάνατό της, όχι τόσο λόγω του ίδιου του θανάτου όσο του θάρρους της. Αυτό όμως, αν και είναι απολύτως αξιοθαύμαστο ανθρώπινα, δεν συνιστά από μόνο του απόδειξη πολιτικής ικανότητας. Άρα, ακριβέστατα – γράφω χωρίς εισαγωγικά, ως δική μου γνώμη, καθώς συμμερίζομαι απόλυτα την άποψη – είναι αξιοσημείωτη ειρωνεία ότι η Φώφη Γεννηματά με τον θάνατό της, πρόσεφερε στον πολιτικό της χώρο περισσότερα από όσα είχε προσφέρει στη ζωή της.

Προς τι λοιπόν η τρικυμία στο φλιτζανάκι, αφού μιλάμε για γεγονός αδιαμφισβήτητο; Και σε ποια κοινωνικά αντανακλαστικά πάτησαν οι πονηροί πολιτικοί, κιναλίτες, συριζαίοι, αυτόνομοι και νεοδημοκράτες, για να ρίξουν τον Κασιμάτη στη χλεύη της κοινωνίας; Σε δυο κυρίως, τον ραγιαδισμό και τον μπεμπεδισμό.

Τα εξηγώ, ένα-ένα.

Αναφέρομαι σε “ραγιαδισμό”, καθώς η επίθεση στον Κασιμάτη και η ιερή (και καλά) οργή που προκάλεσε οφείλεται αποκλειστικά και μόνο στο γεγονός ότι η Φώφη Γεννηματά ήταν πολιτικός, και στην Ελλάδα οι πολιτικοί έχουν επιβάλλει για τους εαυτούς τους το ακαταδίωκτο (αυτό δια νόμου, άλλωστε) αλλά και στον πολύ κόσμο, σε όλους δηλαδή όσους έχουν διατηρήσει γονίδια ραγιαδισμού από τα τετρακόσια χρόνια σκλαβιάς – και είναι πολλοί δυστυχώς – την, σε πολλούς υποσυνείδητη, αίσθηση ότι είναι κατά κάποιον τρόπο άνθρωποι ανώτεροι από εμάς, και άρα δικαιούνται άλλης μεταχείρισης. Ο νόμος περί προσβολής αρχηγού κράτους, με τον οποίο ο Ερντογάν έχει φυλακίσει τα τελευταία χρόνια κάποιες εκατοντάδες ταλαίπωρους ανθρώπους που τόλμησαν να κάνουν ένα σχολιάκι επικριτικό εναντίον του, εφαρμοζόταν και στην Ελλάδα επί βασιλείας – αλλά με πολύ μικρότερες ποινές – αλλά στην πραγματικότητα, λόγω απομειναριών ραγιαδισμού, παραμένει ως εσωτερικός κανόνας στην ψυχή πολλών από εμάς ακόμα και σήμερα, και μάλιστα γενικεύεται και στους αρχηγούς κομμάτων και, ενίοτε, στους πολιτικούς γενικότερα. Χωρίς να το ομολογούμε ούτε στους εαυτούς μας, δεν θεωρούμε ότι τα κριτήρια της ασέβειας στα πρόσωπά τους είναι πιο αυστηρά.

Γιατί μην μου πείτε, φίλες και φίλοι, ότι αν η Φώφη Γεννηματά ήταν μια τραγουδίστρια της σειράς (λέω “της σειράς” γιατί και ως πολιτικός δεν έλαμψε ιδιαίτερα, δεν ήταν ούτε Ελευθέριος Βενιζέλος, ούτε Κωνσταντίνος Καραμανλής, ούτε Ανδρέας Παπανδρέου), μια ηθοποιός της σειράς, και πολλώ μάλλον μία συγγραφέας της σειράς – αν ήταν εργάτρια ή αγρότισσα απλώς δεν θα ξέραμε καν την ύπαρξή της, την αρρώστια ή τον θάνατο – κανείς δεν θα δίσταζε έναν μήνα και βάλε μετά τον θάνατό της να εκφράσει γι’ αυτήν μια δυσάρεστη αλήθεια. Αν ήταν σταρ, μπορεί. Αλλά, βλέπετε, για να είσαι σταρ κάτι έχεις πετύχει με το σπαθί σου, έστω και αν είναι ευτελές. Ενώ αν είσαι πολιτικός, η φήμη σου είναι δοσμένη εκ του επαγγέλματος αλλά κυρίως εκ της εξουσίας που πηγάζει από αυτό. Όπως είναι και δοσμένη η κλίκα των άλλων πολιτικών, όλων των παρατάξεων, που θα την υπερασπιστεί, για να υπερασπιστεί το ίδιο το σινάφι της, το επάγγελμά της.

Και εδώ λάμπει ο ραγιαδισμός μας, στην περίπτωση της επίθεσης στον Κασιμάτη, και από πολιτικούς και απλούς πολίτες. Γιατί σε άλλες, πιο προηγμένες δημοκρατικά χώρες, για τους πολιτικούς ισχύει, και πολύ σωστά, το αντίθετο ακριβώς από ό,τι στην Ελλάδα: αντί του υπέρμετρου σεβασμού προς την Φώφη Γεννηματά που βγήκε στην κρίση όποιων διατύπωσαν την άποψη ότι ο Κασιμάτης διέπραξε κάποιου είδους ασέβεια, στις άλλες χώρες υπάρχει υπέρμετρη κριτική διάθεση. Και πολύ σωστά. Γιατί όποια ή όποιος αποφασίζει να γίνει πολιτικός, καταφέρνει, εφ’ όσον πετύχει να εκλεγεί – και ακόμα περισσότερο αν είναι αρχηγός κόμματος – να πάρει μεγάλο μέρος της ζωής μας στα χέρια του.

Οι πολιτικοί δεν είναι σαν τους άλλους πολίτες

Όντως λοιπόν, οι πολιτικοί δεν είναι σαν τους άλλους πολίτες: είναι πιο ισχυροί, μπορούν και αποφασίζουν για εμάς αντί για εμάς, να μας επιβάλλονται. Αλλά για αυτόν ακριβώς τον λόγο πρέπει να έχουν λιγότερα, και όχι περισσότερα, δικαιώματα από εμάς στην ιδιωτικότητα και στην προστασία από την κριτική και τον δημόσιο διάλογο. Αυτό ισχύει απόλυτα στις πιο εξελιγμένες χώρες, που δεν πέρασαν μακριά δουλεία. Αλλά εδώ όχι. Είπαμε: εδώ νιώθουμε κατά βάθος ραγιάδες, δυστυχώς. Εδώ έχουμε πιστέψει ότι ο πολιτικός είναι κάτι σαν άγιος, σαν μικρός θεός. Και όποιος θεωρεί ότι κάνω λάθος, ας αναρωτηθεί αν η κατακραυγή κατά του Κασιμάτη για το συγκεκριμένο σχόλιο θα ήταν δυνατόν να υπάρξει στη Γαλλία, στη Σουηδία, στην Ελβετία, στην Αγγλία ή την Αμερική. Και, ακόμα παραπάνω, αν η εκεί αντίστοιχη ΕΣΗΕΑ θα τολμούσε να διανοηθεί να τον καλέσει σε απολογία για ένα σχόλιο σαν αυτό που έκανε. Ούτε κατά διάνοια!

Από εκεί και πέρα, άκουσα σε παρέες και το εξωφρενικό επιχείρημα ότι “η Φώφη δεν είχε κλείσει καν τα σαράντα”. Σε αυτό το σχόλιο, σε αγαστή αρμονία με το “σφάξε με αγά να αγιάσω”, έρχεται πάνω στον ραγιαδισμό και το σκυμμένο κεφάλι της θρησκευτικότητας, και μάλιστα συχνά από ανθρώπους που θυμούνται ότι υπάρχει εκκλησία μόνο με αφορμή την μαγειρίτσα, στην Ανάσταση. Μα τι λέτε άνθρωποί μου; Είσαστε στα καλά σας; Εύχομαι να είναι ελαφρύ το χώμα που τη σκεπάζει τη γυναίκα, να ’ναι καλά οι δικοί της να τη θυμούνται, και να μεγαλώσουν γερά και πετυχημένα τα παιδιά της και να καμαρώνουν πάντα, δίκαια, για το θάρρος της μάνας τους απέναντι στον θάνατο. Αλλά τι σχέση έχουν αυτά με την πολιτική, τη δημόσια έκφραση γνώμης, την κριτική, την πολυδιάστατη λειτουργία του λόγου που οφείλει να κινητοποιεί ένας δημοσιογράφος που δεν απευθύνεται σε κάφρους. Τι είναι δηλαδή ο Κασιμάτης, παπάς ή ψάλτης στο νεκροταφείο, ή μήπως έχει γραφείο κηδειών, για να σεβαστεί “τα σαράντα”.

Άκουσα επίσης από μια καλή φίλη, που διαβάζει και εκτιμά τον Κασιμάτη, να μου τον κατακρίνει για το συγκεκριμένο σχόλιο με το επιχείρημα “εσύ δεν θα το έγραφες αυτό”. Της απάντησα “πιθανώς να μην το έγραφα, όπως και πιθανώς να μην έγραφα το 90% των όσων γράφει ο Κασιμάτης – και γι’ αυτό δεν είμαι ο Κασιμάτης”. Δεν λέω ότι είμαι χειρότερος ή καλύτερος. Αλλά είμαι κι εγώ άνθρωπος της γραφής, και ξέρω ότι αν στερηθεί κανείς το προσωπικό του ύφος, και ειδικά ένας δημοσιογράφος που εδώ και χρόνια ασχολείται με τον σχολιασμό, τότε ο λόγος του απονευρώνεται. Χωρίς προσωπικό ύφος, τη δουλειά του θα μπορούσε να την κάνει και ένας υπολογιστής. Σχόλιο σημαίνει άποψη, άποψη σημαίνει ενεργών πρόσωπο, και η έκφραση του ενεργού προσώπου περιλαμβάνει το ύφος της γραφής του Κασιμάτη. Έτσι γράφει ο Κασιμάτης, και γι’ αυτό τον διαβάζουν όσοι τον διαβάζουν και δεν τον διαβάζουν όσοι δεν τον διαβάζουν, τον αγαπούν όσοι τον αγαπούν και τον μισούν όσοι τον μισούν. Δικαίωμά τους, όλων τους, αφού ευτυχώς ζούμε σε δημοκρατία. Αλλά δεν θα αλλάξει ύφος γιατί δεν άρεσε στον ΓΑΠ ή στον Κικίλια.

Οι μόνοι που φαίνεται να ξεχνούν ότι ζούμε σε δημοκρατία είναι εκεί στο πειθαρχικό συμβούλιο της ΕΣΗΕΑ, (ουαί υμίν υποκριτές!) που πίνει καθημερινά άσπρο-πάτο τον οχετό που ξερνούν πολλοί συνάδελφοί τους από διάφορα μέσα, και τώρα ξάφνου – ω της ευαισθησίας! – ενοχλήθηκε με το σχόλιο του Κασιμάτη και τον καλεί σε απολογία. Εζήλωσαν και αυτοί τη δόξα του Ερντογάν, που έχει δηλώσει θαυμαστής του Χίτλερ ο οποίος, κρυφά, ήταν θαυμαστής του Λένιν. Όλοι έχουν κοινό την αυταρχική νοοτροπία. Όσο για μένα, ειλικρινά απορώ, πώς τόσοι και τόσοι σοβαροί δημοσιογράφοι στην Ελλάδα αναθέτουν την εκπροσώπησή τους, στο ιστορικό τους σωματείο, σε ανθρώπους σαν κι αυτούς που κινήθηκαν αυτεπάγγελτα κατά του Κασιμάτη, δηλαδή σε ανθρώπους με νοοτροπία σταλινίσκων.

Έρχομαι στον “μπεμπεδισμό”, όπως τον αποκάλεσα, όπου περνάμε από την κοινωνική παθολογία στην ιδιωτική. Εδώ, κυρίες και κύριες, φίλες και φίλοι, έχουμε την πολιτική ορθότητα α λα γκρεκ, δηλαδή μπολιασμένη με Φώσκολο. Σε άλλες δυτικές χώρες σήμερα μπορεί να κατηγορηθείς για τις λέξεις που χρησιμοποιείς, ότι προσβάλλουν έμφυλες ταυτότητες, φυλετικές ή άλλες μειοψηφίες, θρησκείες (κάποιες θρησκείες, όχι όλες), σεξουαλικές κατευθύνσεις ή ό,τι άλλο. Εμείς όμως είμαστε ψυχούλες, και γι’ αυτό δεν έχει ακόμα θεριέψει στο έδαφός μας ο σπόρος της πολιτικής ορθότητας, παρά σε στενούς χώρους “προχωρημένων” διανοητών.

Εμείς αντίθετα, στα χώματά μας, δεν θέλουμε να θίγεται η “ευαισθησία”. Είμαστε δηλαδή μυγιάγγιχτοι, πονάμε εύκολα, πληγωνόμαστε εύκολα, και αν αυτό συμβεί μπήζουμε ή τα κλάματα ή τις υστερικές φωνές – σαν τα νήπια δηλαδή. Αλίμονο, κυκλοφορούν ανάμεσά μας μεγαλομπεμπέκουι και μεγαλομπεμπέκες! Τα πράγματα για πολλούς από εμάς, τα εκλαμβάνουμε με παιδική ψυχική γλώσσα. Κάποια “κάνουνε τζιζ”. Και αυτά δεν πρέπει να τα πούμε γιατί “θα κάνουμε βαβά” στον άλλον, κυρίως αν είναι πολιτικός, οπότε φοβόμαστε ότι μετά θα μας κάνει “ντα”. Εν προκειμένω, ο Κασιμάτης άγγιξε το “τζιζ” ζήτημα μιας συνανθρώπου μας που πέθανε πριν ένα μήνα και κάτι, και τάχα έκανε “βαβά” την ευαισθησία των μεγαλομπεμπέδων, γιατί τόλμησε να πει μια αυτονόητη αλήθεια.

Βέβαια, η ευαισθησία αυτή εξηγείται. Στις χώρες της Δύσης, οι άνθρωποι έχουνε μητέρες. Εμείς έχουμε “μανούλες”. Και είναι σημείο των καιρών, και της ολοένα και μεγαλύτερης ψυχικής μας υπανάπτυξης από τα χρόνια της κρίσης, ότι ο όρος αυτός, το “μανούλα” τείνει να αντικαταστήσει στα ΜΚΔ (μέσα κοινωνικής δικαίωσης) τους φυσιολογικούς, “μητέρα” ή “μάνα”, ακόμα και το ελαφρώς μπεμπεδίζοντα για ενήλικες, “μαμά”.

Ραγιαδισμός και μπεμπεδισμός, βέβαια, δεν είναι απομονωμένα και ανεξάρτητα φαινόμενα: πηγαίνουν χέρι-χέρι. Ο ραγιαδισμός, η συνήθεια να αποδίδουμε στον πολιτικό δικαιώματα που εμείς δεν έχουμε, οδηγεί άμεσα στην ψυχική ανωριμότητα, στην έλλειψη αυτεξουσιότητας. Και αντίστροφα, ο μπεμπεδισμός, σαν κάποια εσωτερική “μανούλα” να φωνάζει συνεχώς στο ενήλικο παιδί της να πάρει ζακέτα, μην πάθει “βαβά” από το κρύο, είναι και η ψυχική προϋπόθεση για να μην τολμούμε να βλέπουμε τους πολιτικούς στα μέτρα τους: ως ανθρώπους σαν κι εμάς, που έχουν ως επάγγελμα την εξουσία, και ως τέτοια πρέπει να αντιμετωπίζονται αυστηρά και κριτικά, και όχι με χαϊδολογήματα που δεν απονέμουμε σε άλλους.

Αλλά δεν προχωράει έτσι η ζωή, φίλες και φίλοι, ούτε η κοινή ούτε η ατομική. Οι πολιτικοί στην δημοκρατία είναι αναγκαίο κακό, και είναι προτιμότερα να είναι καλύτεροι παρά χειρότεροι. Αλλά ως εκεί. Αυτό είναι το μέτρο τους για ώριμους ανθρώπους. Ούτε προνομιούχα όντα είναι, είτε ζωντανοί είτε νεκροί, ζουν έζησαν ποθώντας την εξουσία. Και αν στους άλλους ανθρώπους μπορούμε να είμαστε σκληροί μια, στους πολιτικούς πρέπει να είμαστε δέκα – το γράφω έτσι γιατί το πιστεύω, αν και το τελευταίο δεν ταιριάζει στο σχόλιο του Κασιμάτη, που δεν ήταν σκληρό, απλώς αληθινό.

Με το μέτρο του ότι σχολιάζουν την πολιτική και τους πολιτικούς πρέπει να κρίνουμε και τους δημοσιογράφους και σχολιαστές: να ζητάμε να μας λένε την αλήθεια, όπως τη βλέπουν, και όχι να τη ζαχαρώνουν τόσο που να χάνει το νόημά της. “Αυτά λέγονται όμως μόνο στις παρέες” μου είπε κάποιος, που παραδέχθηκε την ορθότητα του σχολίου του Κασιμάτη αλλά πίστευε ότι δεν πρέπει να το γράψει δημόσια. Δεν συμφωνώ. Ο σωστός δημοσιογράφος έχει το ίδιο θάρρος στο χαρτί όσο στην παρέα. Ισχύουν βέβαια στον γραπτό λόγο κάποιοι παραπανήσιοι κανόνες καλής συμπεριφοράς και ευπρέπειας, αλλά αυτοί στο προκείμενο δεν παραβιάστηκαν.

Το σχόλιο του Κασιμάτη για την Φώφη Γεννηματά δεν ήταν ούτε αδιάντροπο ούτε αναξιοπρεπές. Ήταν η ωμή αλήθεια, ειπωμένη απλά, από ένα σοβαρό δημοσιογράφο που ξέρει ότι σε ένα πολιτικό δεν χαρίζεσαι, και οπωσδήποτε όχι επειδή “δεν έκλεισε τα σαράντα”. Για όνομα του Θεού! Μόνο σε μια κοινωνία που το συλλογικό της ασυνείδητο κυβερνάται, και ας μην το παραδέχεται, από την εξάρτηση από την πολιτική και τον συνακόλουθο υφέρποντα σεβασμό στο πρόσωπο του πολιτικού που επιφέρει (τον ραγιαδισμό) μπορεί να θεωρηθεί απρεπές το σχόλιο του Κασιμάτη. Και μόνο από ανθρώπους που σε κάποιο σημείο της ψυχής τους μπεμπεδίζουν, εκεί μάλιστα δεν έχει θέση ο μπεμπεδισμός, δηλαδή στον πολιτικό σχολιασμό, πιστεύοντας πιστεύοντας ότι τα “τζιζ” θέματα δεν πρέπει να αγγίζονται, γιατί θα κάνουν “βαβά” σε κάποιες ψυχούλες, που μανούλες τις γέννησαν.

Λάθος. Οι πολιτικοί έχουν κάνει τις επιλογές τους, με το να γίνουν πολιτικοί, και πρέπει να τις υποστούν. Και οι δημοσιογράφοι έχουν το καθήκον και την υποχρέωση να υπηρετούν την αλήθεια, όπως την αντιλαμβάνονται. Εκτός βέβαια αν αποφασίσουν ότι απευθύνονται σε ραγιάδες, μπεμπέδες ή κάφρους. Ο Κασιμάτης, και ευτυχώς ακόμα κάποιοι άξιοι συνάδελφοί του, μας κάνει την τιμή που επιβάλλει η επαγγελματική του συνείδηση,να μην μας θεωρούν τίποτε από όλα αυτά. Είναι μια τιμή που δυστυχώς πολλοί συμπολίτες μας δεν κάνουν στον εαυτό τους».

Ροή Ειδήσεων

20/01/2022 | 06:56

Ζώδια: Προβλέψεις για σήμερα Πέμπτη 20 Ιανουαρίου 2022

19/01/2022 | 23:56

Καιρός 20/01: Η πρόγνωση για την Πέμπτη

19/01/2022 | 23:51

Rapid Test: Πού θα γίνουν οι δωρεάν έλεγχοι

19/01/2022 | 23:49

Γεωργία Μπίκα: «Έχασα τη μνήμη μου αφού πλήρωσα στην ρεσεψιόν του ξενοδοχείου και έκλεισα δωμάτιο»-Στο «φως» οι καταθέσεις της

19/01/2022 | 23:33

ΠΑΟ – Αναγέννηση Καρδίτσας 4-0: Γκολ και θέαμα από τους πράσινους

19/01/2022 | 23:31

Χαλάνδρι: Ληστές εισέβαλαν στο σπίτι γνωστού γυναικολόγου – Μπήκαν στο δωμάτιο πανικού η 16χρονη κόρη του και η καθηγήτριά της

19/01/2022 | 23:12

ΠΑΟΚ – ΑΕΚ 0-0: Ρεσιτάλ χαμένων ευκαιριών

19/01/2022 | 23:02

Γεωργία Μπίκα: Τι λέει ο άνθρωπος που τήν προσκάλεσε στο ξενοδοχείο-Ποιος ήταν ο διοργανωτής του πάρτι

19/01/2022 | 22:59

Ναταλία Γερμανού για 24χρονη: «Να μια influencer για να υποκλιθείς»

19/01/2022 | 22:31

Δήμος Βόλου: Η Βασιλόπιτα της Διεύθυνσης Κοιμητηρίων έγινε viral

19/01/2022 | 22:28

Survivor – Ξέσπασε ο Κατσαούνης! «Μεγάλη απάτη η Μυριέλλα, κοιτά να καλύψει τη μοιχεία» (vid)

19/01/2022 | 22:23

Ερντογάν: Μετατρέψτε τις καταθέσεις σας σε λίρες

19/01/2022 | 22:04

Διευθυντής κλινικής ξυλοκόπησε και τις 3 πρώην συζύγους του και όμως του δόθηκε προσωρινή επιμέλεια του γιου του

19/01/2022 | 21:59

Άγριες Μέλισσες επόμενα επεισόδια: Έγκυος η Ελένη! Ο Ζάχος αιφνιδιάζει τις αδερφές Σταμίρη

19/01/2022 | 21:56

Παρασκευής: Ο λόγος που η Επιτροπή εισηγήθηκε παράταση των μέτρων
Γεωργία Μπίκα: Τι λέει ο άνθρωπος που τήν προσκάλεσε στο ξενοδοχείο-Ποιος ήταν ο διοργανωτής του πάρτι
Ναταλία Γερμανού για 24χρονη: «Να μια influencer για να υποκλιθείς»
Σελίδα γνωριμιών αποκλειστικά για… ανεμβολίαστους! «Μεγάλη η απήχηση», λέει ο ιδρυτής της
Έρευνα της aboutpeople: Έξι στις 10 γυναίκες θύματα σεξουαλικής παρενόχλησης – Περισότερες από 1 στις 2 στον εργασιακό χώρο
Σταματίνα Τσιμτσιλή: Σάλος μετά τη δήλωσή της για τα «ωραία παιδιά» στον βιασμό της 24χρονης – Τι απαντά η ίδια
Γεωργία Μπίκα: Κύμα συμπαράστασης για την 24χρονη που κατήγγειλε τον βιασμό της (ΕΙΚΟΝΕΣ)