Αθήνα

17 oC

αραιές νεφώσεις

«Όταν πεθάνω θέλω να με κάψουν, όχι να με θάψουν»: Όσα εξομολογήθηκε ο Μάνος Ελευθερίου για το θάνατο

Μία αποκαλυπτική συνέντευξη είχε δώσει δέκα χρόνια πριν πεθάνει ο Μάνος Ελευθερίου στην κυπριακή εφημερίδα «Ο Φιλελεύθερος» και το περιοδικό «People» και σε αυτή μιλούσε για τον θάνατο και την επιθυμία του να μην ταφεί.

«Δεν φοβάμαι τον θάνατο. Την αρρώστια φοβάμαι, αυτό είναι το μεγάλο πρόβλημα. Μην γίνω γκαγκά και δεν ξέρω τι λέω και τι κάνω. Πάντως, όταν πεθάνω θέλω να με κάψουν, όχι να με θάψουν. Το έχω γράψει και στη διαθήκη μου».

-Μ’ αρέσει που αυτοσαρκάζεστε…

Αυτό είναι βασικό ελάττωμά μου. Υπονομεύω συνεχώς τον εαυτό μου, και κυρίως σε ανθρώπους που μπορούν να το καταλάβουν. Σε κάποιους που δεν το καταλαβαίνουν, δεν το κάνω. Το να κοροϊδεύει κανείς τον εαυτό του, λένε ότι έχει και μία άλφα ποιότητα.

-Ή ότι είναι πολύ ξύπνιος. Α, όχι! Εγώ είμαι τελείως βλαξ. Εντάξει, τελείως τελείως όχι. Τελείως σκέτο, ναι. Μέχρι εκεί φτάνω. Τον κοροϊδεύω εξαιρετικά τον εαυτό μου, γιατί κάνω και  πολλές γκάφες.  

-Φαντάζομαι με κοροϊδεύατε όταν μου λέγατε συνεχώς στο τηλέφωνο «δεν είμαι καλά» και «δεν είμαι καλά». Ήταν ένας τρόπος για να αποφύγετε τη συνέντευξη… Κάθε άλλο. Τα αποτελέσματα είναι εδώ (μου δείχνει ένα φάκελο που περιέχει ιατρικές γνωματεύσεις). Δυστυχώς, δεν σας κορόιδευα. Έμεινα όλη νύχτα μέσα στο νοσοκομείο. Στο «Υγεία» με πήγανε…   -Βελτιώθηκε η κατάσταση; Όχι. Πρέπει να κάνω μία εγχείρηση καρδιάς, κάποια στιγμή…

-Σας τρομάζει η κατάσταση της υγείας σας, ή και αυτήν με χιούμορ την αντιμετωπίζετε; Εκεί, δυστυχώς, δεν έχει εξυπνάδες, αγαπητέ μου. Όταν βουλιάζει ο Τιτανικός τι θα πεις; Δεν βουλιάζουμε; Αρνούμαστε; Υπάρχει ένα ποίημα που λέει «βυθιζόμεθα κυρία μου, συνέλθετε, βυθιζόμεθα!». Εκεί δεν έχει αντριλίκια, ούτε να κάνεις τον σκληρό. Βουλιάζει το πλοίο! Εκεί θέλει γερά νεύρα. Εύχομαι να μην συμβεί ποτέ σε κανέναν, αλλά σε ανθρώπους που το ‘χουνε περάσει, μου ‘χουν πει ότι ήτανε δυσάρεστο.

-Αυτό σας αποσπά απ’ τα διαβάσματα σας ή κάνετε το αντίθετο, χώνεστε, δηλαδή, περισσότερο μέσα σ’ αυτά; Όλα αυτά καταγράφονται και μετά τα χρησιμοποιώ στα βιβλία – όσο είμαι καλά. Όταν δεν είμαι καλά, δεν γράφω.

-Συνήθως πότε γράφετε; Και μέρα και νύχτα. Δεν έχω πρόγραμμα.   -Συνδέεται αυτό με τη συναισθηματική κατάσταση στην οποία βρίσκεστε τη δεδομένη στιγμή; Όχι. Όταν θέλω να εργαστώ, σ’ οποιαδήποτε κατάσταση και να είμαι προσπαθώ να τα βάλω κάτω τα πράγματα και να δω τι έχω σκεφτεί για να γράψω. Μπορεί να γράψω δέκα σελίδες και να μείνουν μόνο δύο προτάσεις. Από εκεί και πέρα, όπως καταλαβαίνετε, τα πράγματα δυσκολεύουν.

-Είναι «εργασία» δηλαδή η συγγραφή ενός βιβλίου; Ναι. Αισθάνεσαι πάρα πολλή κούραση. Ιδίως αν γράψεις και πολλές σελίδες, είναι τρομακτικό αυτό που βιώνεις. Βεβαίως υπάρχει και χαρά και λύπη μέσα σ’ αυτό. Χαρά που έγραψες και λύπη αν αυτό το οποίο σου πήρε τρεις μέρες για να το γράψεις είναι τελείως ανοησίες. Η χαρά έρχεται όταν διαπιστώνεις ότι με αυτές τις τρεις προτάσεις κάτι πέτυχες.

-Πότε διαπιστώνετε ότι από αυτές τις δέκα σελίδες, μόνο αυτές οι τρεις προτάσεις πρέπει να μείνουν; Την άλλη μέρα κιόλας. Όταν είσαι ήσυχος και διαβάσεις αυτά που έγραψες μέσα σε ηρεμία, το βλέπεις πια ψυχρά αυτό το πράγμα, σαν να είναι κάποιου άλλου. Λες «αυτό είναι βλακεία, αυτό όχι, όχι , όχι , όχι». Υπογραμμίζεις μόνο τις προτάσεις που πέτυχες.   -Πόσες σελίδες πετάξατε μέχρι να φτάσετε στο τελικό υλικό του «Η γυναίκα που πέθανε δυο φορές»; Πάρα πολλές! Καταρχήν δεν είχα πολλές φορές την περιρρέουσα ατμόσφαιρα της εποχής, κάτι που το ήθελε ένας κριτικός – και με το δίκιο του. Ήθελε να βάλω ως επίμετρο τι συνέβαινε στην Αθήνα εκείνη την εποχή. Δεν το ‘βαλα.

-Θα ‘πρεπε;   Δεν ξέρω. Άλλοι φίλοι μου λένε «όχι, θα υπονόμευε το βιβλίο», άλλοι ότι έπρεπε. Εγώ το ‘χω έτοιμο βέβαια. Είναι καμιά πενηνταριά σελίδες. Τυπωμένες θα ήτανε 30 σελίδες, δύο τυπογραφικά. Πιθανότατα στο μέλλον να το βάλω. Θα βοηθήσει ίσως τον αναγνώστη.   -Ενδεχομένως κάποιους νέους. Ασφαλώς. Οι νέοι δεν ξέρουν τίποτα. Εδώ δεν ξέρουνε τι έγινε το 1821, αν νικήσαμε ή αν χάσαμε απ’ τους Τούρκους.

-Πώς σας ανακοινώθηκε ότι πήρατε πέρσι το πρώτο βραβείο λογοτεχνίας; Με πήρε μία πολύ σημαντική κυρία της ελληνικής λογοτεχνίας στο τηλέφωνο και μου το είπε. Αυτή ήτανε μέσα στα άδυτα, ας πούμε, και μου είπε με πολύ συνωμοτική φωνή ότι θα συμβεί αυτό κι αυτό. Αργότερα μου ανακοινώθηκε και επίσημα.

-Αναρωτιέμαι την αντίδραση σας… Τίποτα. Λέω «τώρα να αυτοκτονήσω δεν γίνεται, να πάθω κανένα έμφραγμα δεν γίνεται». Είναι κάτι ευχάριστο, εντάξει. Αυτό μόνο.

-Όταν περπατάτε στην Ακαδημίας, εκεί όπου σας είχα δει τελευταία, τι σας λένε συνήθως οι άνθρωποι; Υπάρχουν ορισμένοι που με βρίζουν. Υπήρχε ένας τύπος στην Ασκληπιού τις προάλλες που, κάθε 15- 20 μέτρα, σταματούσε, με έβριζε κι έφευγε. Μου έλεγε: «Εσύ από στιχοπλόκος έγινες μυθιστοριογράφος. Είσαι ένα τίποτα!». Σταματούσε και μου ξανάλεγε: «Είσαι ένα τίποτα και μισό! Εμείς φταίμε που σε κάναμε». Σταματούσε πάλι. «Όσοι σου γράφουν καλά, είναι φούσκες. Να το πάρεις απόφαση. Είναι μαλάκες!». Αυτό συνεχίστηκε, μέχρι επάνω στη Λυκαβηττού. Δεν του ‘λεγα τίποτα. Στο τέλος μου λέει: «Καλά, τόσο στωικός είστε; Μιλήστε επιτέλους!». Εγώ κουβέντα δεν είπα. Ήταν ένας άνθρωπος που είχε δικαίωμα να με βρίσει, γιατί όχι; Δεν με είπε κλέφτη, δεν με είπε παλιάνθρωπο. Μου είπε απλά ότι είμαι ένας ασήμαντος συγγραφέας. Εγώ το χαιρόμουν κιόλας. Ήταν ένα happening.    -Ο συγγραφέας μπερδεύει την «πραγματική» ζωή του με αυτά που γράφει; Ουσιαστικά πρόκειται πάντα για μία αυτοβιογραφία.

-Τα δικά σας αυτοβιογραφικά στοιχεία μέσα στη «Γυναίκα που πέθανε δυο φορές» ποια είναι; Ό,τι έχει σχέση με τις αρρώστιες (γελάει). Α, και ό,τι έχει σχέση με τους οίκους ευγηρίας, γιατί είχα ένα συγγενικό μου πρόσωπο σε οίκο ευγηρίας. Πολλά χρόνια μπαινόβγαινα εκεί και ήξερα τι συνέβαινε.   -Βοήθησαν οι στίχοι στα μυθιστορήματα; Δεν τα ξέρει κανείς αυτά. Τις μυστικές διαδρομές δεν τις ξέρει κανείς. Κανείς δεν μπορεί να ξέρει τι μένει μέσα σου.

-Ήταν πιο εύκολο για σας όταν γράφατε στίχους; Πετάγατε λιγότερα χειρόγραφα;

-Όχι, κι εκεί το ίδιο. Έγραφα πέντε τραγούδια, ας πούμε, σε μία μέρα και κράταγα το ένα. Ή δεν κράταγα και κανένα. Είχα δοθεί με την ψυχή μου σ’ αυτό το πράγμα.

-Το επόμενο σας βιβλίο με τι θα καταπιάνεται; Θα είναι μάλλον ένα ερωτικό μυθιστόρημα, για να κάνει μια καλή τριλογία. Το σίγουρο είναι ότι αποκλείεται να ξαναασχοληθώ με καλλιτέχνες.   -Τους βαρεθήκατε; Δεν είναι και ό,τι καλύτερο.

-Να ασχοληθείτε με τραγουδιστές, εννοείτε…

-Α πα πα.

-Μα, γιατί; Τους ξέρετε καλά! Κανέναν δεν ξέρω. Δεν πρέπει να αγιοποιούμε τους τραγουδιστές. Κάθε ένας έχει ανασφάλειες και πάρα πολλοί με τα χρόνια γίνονται άφιλοι – και με γιότα και με ύψιλον. Γίνονται επίσης τσιγκούνηδες, παραδόπιστοι, εκδικητικοί. Με εκείνον που εξακολουθώ και έχω κάποια επαφή είναι με τον Γιώργο Νταλάρα. Με τον Νταλάρα έχουμε άψογη σχέση, και είναι ο μόνος από τους παλιούς μου συνεργάτες που διατηρώ συχνή επικοινωνία όλα αυτά τα χρόνια. Τις τελευταίες 20 μέρες, βρεθήκαμε 4 φορές στη Σύρο. Φάγαμε μαζί, συζητήσαμε. Ξέρεις ότι έχω γράψει τραγούδια και δεν έχω γνωρίσει ποτέ τους τραγουδιστές; Με καμιά δεκαριά τραγουδιστές δεν έχουμε πει ούτε ένα απλό «χαίρω πολύ».

-Δεν σας έχουν πάρει ούτε ένα τηλέφωνο; Τίποτα!

-Συνδυάζονται ο Γιώργος Νταλάρας και η Πέγκυ Ζήνα; Και στους δύο έχετε δώσει στίχους σας. Δεν τους χωρίζει τίποτα! Σε πληροφορώ, μάλιστα, ότι η Πέγκυ Ζήνα, έχει τραγουδήσει εξαίσια το «Κάτω απ’ τη Μαρκίζα». Η Μοσχολιού θα τη φιλούσε σταυρωτά, αν την άκουγε.   -Δεν θα θυμώσει ο Νταλάρας που τον βάζετε στην ίδια κατηγορία με την Πέγκυ Ζήνα; Ο Νταλάρας δεν θυμώνει, είναι μεγαλόψυχος. Αλλά, εγώ δεν είπα ποτέ ότι είναι ισάξιοι. Ο Νταλάρας είναι τελείως άλλο πράγμα και ο καθένας έχει τη δική του προσωπικότητα.    -Ποιο θεωρείτε ότι είναι το σημαντικότερο σας τραγούδι; Νομίζω ειν’ η «Μαρκίζα». Έτσι λένε όλοι.

-Σας ανανεώνει που συνεργάζεστε τελευταία με νέους συνθέτες; Ναι. Πολύ καλός είναι ο Σαμπάνης, ο Λάμπρου, αρκετοί ακόμα. Ήρθε ένας νεαρός προχθές, 23 χρόνων, στον οποίο είχα δώσει παλιά ένα στίχο, τελείως άγνωστος, ο οποίος μου έγραψε ένα τραγούδι ροκ. Τρελάθηκα!

-Αυτό μου το λέτε σαν χιούμορ; Όχι, τα αντιμετωπίζω πολύ σοβαρά αυτά. Αυτή είναι η ζωή των παιδιών, αυτό θέλουν να κάνουν με αυτούς τους στίχους. Πριν από καιρό είχα πάει στο Περιστέρι, στην παρουσίαση του βιβλίου μου, και έβλεπα ότι ο κόσμος διψούσε να ακούσει πράγματα. Είναι πολύ ελπιδοφόρο αυτό. Βεβαίως, πολλές φορές, οι άνθρωποι υπερβάλλουν, νομίζουν ότι επειδή έγραψες ένα μυθιστόρημα ή μερικά τραγούδια της προκοπής, είσαι κάτι πολύ σπουδαίο. Ε, δεν είναι έτσι!

-Ακούσατε κάποιο τραγούδι τελευταία που να σας άρεσε; Ένα του Γιώργου Καζαντζή, σε στίχους της Ελένης Φωτάκη, τις «Μέλισσες». Εκπληκτικοί στίχοι, εξαιρετική μουσική!

-Σήμερα υπάρχει κάποιος τραγουδιστής που να σας αρέσει; Από αυτούς που δεν συνεργάστηκα, ο Χατζηγιάννης.   -Θα θέλατε να του γράψετε τραγούδια; Δεν θα θέλει εκείνος. Είναι πολύ σπουδαίος αυτός, για να ζητήσει από μένα τραγούδια.

-Ο Λευτέρης Παπαδόπουλος είχε πει σε μία συνέντευξη του παλιά: «Έγραψα 1000 τραγούδια, έχασα 1000 μέρες απ τη ζωή μου». Το συμμερίζεστε; Ναι. Εγώ έγραψα λιγότερα τραγούδια και έχασα -ευτυχώς- λιγότερες μέρες.

-Τι κερδίσατε απ’ τους στίχους; Το ότι είχα ένα σταθερό ποσό κάθε έξι μήνες, κι έτσι μου έδωσαν τη δυνατότητα να έχω πέντε δεκάρες για να παίρνω βιβλία, να αγοράζω κάποια συλλεκτικά πράγματα που μάζευα χρόνια και να πληρώνω το ενοίκιο του σπιτιού μου…

-Δεν θελήσατε ποτέ να αγοράσετε ένα σπίτι; Δεν έφταναν τα χρήματα. Κι ύστερα οι αναποδιές της ζωής δεν με άφησαν να βάλω χρήματα στην άκρη. Με τρόμο σκέφτομαι ότι αν χρειαστεί να φύγω απ’ αυτό το σπίτι που μένω, πώς θα κουβαλήσω αυτά τα λίγα βιβλία που έχω εδώ. Τα περισσότερα βιβλία τα στέλνω στη Σύρο. Μου ‘χει τύχει πάρα πολλές φορές, άλλωστε, να αγοράσω ένα βιβλίο δύο και τρεις φορές.   -Ε, αγοράστε ένα σπίτι! Με τι λεφτά;   -Μα, εξήντα εκδόσεις έκανε το τελευταίο σας βιβλίο και συνεχίζει απτόητο! Α, δεν είναι τίποτα. Τα τρως στραγάλια αυτά. Οι περιπέτειες του βίου, οι αναποδιές και το να προσπαθήσω να βουλώνω τρύπες, δεν με άφησαν να φυλάξω λεφτά. Αυτό το μήνα, για παράδειγμα, είχα δύο κηδείες και τρεις γάμους. Στους γάμους τι θα δώσεις; 50 ευρώ; Να, ας πούμε μία κοπέλα που διάβασε το βιβλίο μου μού έστειλε χθες ένα τενεκέ λάδι, να ‘ναι καλά. Αν ήτανε κατοχή θα ‘χα τρελαθεί. Δεν ξέρω, εσύ είσαι παντρεμένος;

-Όχι. Να παντρευτείς, αλήθεια στο λέω. Δες με κι εμένα… Να παντρευτείς!   -Φοβάστε το θάνατο; Όχι. Την αρρώστια φοβάμαι, αυτό είναι το μεγάλο πρόβλημα. Μην γίνω γκαγκά και δεν ξέρω τι λέω και τι κάνω. Πάντως, όταν πεθάνω θέλω να με κάψουν, όχι να με θάψουν. Το έχω γράψει και στη διαθήκη μου.

-Φοβάστε το θάνατο; Όχι. Την αρρώστια φοβάμαι, αυτό είναι το μεγάλο πρόβλημα. Μην γίνω γκαγκά και δεν ξέρω τι λέω και τι κάνω. Πάντως, όταν πεθάνω θέλω να με κάψουν, όχι να με θάψουν. Το έχω γράψει και στη διαθήκη μου.

-Τι θα θέλατε να είχατε ζήσει, που δεν μπορέσατε μέχρι τώρα; Θα ήθελα να είχα δει την Κάλλας, όταν τραγούδησε στην Αθήνα. Ήταν μία ιδιαίτερη περίπτωση και γινόταν μόνο μία φορά στην Ελλάδα. Θα ήθελα επίσης να είχα δει, στην Επίδαυρο, την Κατίνα Παξινού. Αυτά. Ακούστε, όσα γίνανε στη ζωή μου, καλώς γίνανε. Αλλά, δεν θα ‘θελα να είμαι ξανά νέος!

-Για ποιο λόγο; Εάν υποτεθεί ότι είχα χρήματα, ότι ήταν αλλιώς ο κόσμος, ότι ήταν διαφορετικά τα πράγματα, ότι θα ζούσαμε σε μία διαφορετική κοινωνία, ότι θα είχα την άνεσή μου και δεν θα περνούσα αυτά που πέρασα ως νέος, θα μπορούσα να είμαι και 18 χρόνων. Αλλά, να ξαναπεράσω όσα πέρασα και να γνωρίσω πάλι όλα αυτά τα καθάρματα που, δυστυχώς, πέρασαν από τη ζωή μου, δεν θα το επιθυμούσα με τίποτα.   -«Καθάρματα»; Δεν είναι πάντα ευχάριστα τα πράγματα. Στην Ελλάδα μυθοποιούμε ορισμένα πρόσωπα, λέμε «τι σπουδαίος ο τάδε!». Τι λάθος! Όταν ανακαλύψουν οι άνθρωποι το χρήμα, τους παίρνει ο διάολος τον πατέρα. Το είδα και τελευταία αυτό. Όπως γνωρίζετε, ο θάνατος της ελληνικής μουσικής επήλθε πλέον οριστικά, από την κυκλοφορία των cds με τις εφημερίδες. Θα σας φέρω ένα παράδειγμα: Είναι αστείο, βρόμικο, πρόστυχο, ύστερα από κυκλοφορία 36 τραγουδιών σε 150 χιλιάδες αντίτυπα καθημερινής εφημερίδας, να παίρνω μόλις 1770 ευρώ.   -Έχοντας γράψει 500 τραγούδια, τι ποσοστά παίρνετε κάθε χρόνο από την Α.Ε.Π.Ι; Όσα και να παίρνω, τα παίρνει όλα μετά η Εφορία, πάνε όλα υπέρ βωμών και εστιών. Τώρα που πήρα 14 χιλιάδες καθαρά, θα τα δώσω όλα στην Εφορία.

-Η σύνταξή σας πόση είναι; 630 ευρώ, συν 215 το επικουρικό. Δουλεύω, όμως, ως μουσικός παραγωγός, στον Αθήνα 9.84 και παίρνω από εκεί περίπου 1000 ευρώ. Τώρα, λοιπόν, θα υποβάλω ένα χαρτί στο ΙΚΑ που να λέει ότι εργάζομαι και αλλού. Κι έτσι θα μου κόψουν γύρω στα 50-60% από τη σύνταξη, διότι έχω εργασία. Αυτό, βεβαίως, ισχύει για όλους και εγώ είμαι νομοταγής πολίτης. Α, δίνω και ένα ενοίκιο 615 ευρώ. Υπολογίστε τα.

-Παραμένετε μελαγχολικός, όπως μου λέγατε παλιά; Μελαγχολικοί αυτή τη στιγμή είναι όλοι οι Έλληνες. Όλοι είναι εξαγριωμένοι –  η λέξη «αγανακτισμένοι» δεν μ’ αρέσει. Ο κόσμος παραμιλάει. Τους βλέπω στη λαϊκή. Δεν αγοράζουν. Άρχισαν να κάνουν στη λαϊκή, αυτό που έκαναν στο Παρίσι επί δεκάδες χρόνια όταν, μία κυρία, αγόραζε δύο μήλα κι έλεγα στην αδελφή μου: «Μα, πως γίνεται αυτό, όταν εμείς παίρνουμε δύο κιλά;». Οι Έλληνες είμαστε πια με τη θηλιά στο λαιμό. Κάπου το λέω και σ’ ένα τραγούδι μου, δεν το θυμάμαι ακριβώς…

-Δεν ξέρετε απέξω τους στίχους που γράφετε; Τους ξεχνάω αμέσως!

-Τι σας δίνει σήμερα χαρά; Όταν κάθομαι με ανθρώπους και μιλάμε, όταν ξυπνάω το πρωί και λέω «δόξα σοι ο Θεός, ζούμε, να δούμε τι θα κάνουμε και σήμερα». Πίνω το καφεδάκι μου και ξεκινάω να παλεύω με τις άδειες σελίδες.

-Μήπως θα προτιμούσατε να μην είχατε ασχοληθεί με τις λέξεις και να ζούσατε αλλιώς; Θα ήθελα να ήμουν ηλεκτρολόγος ή υδραυλικός. Να βγάζω χρήματα. Γιατί μόνον αυτές οι δουλειές βγάζουν σήμερα καλά χρήματα. Δυστυχώς, δεν είχα την έφεση για να μάθω αυτά τα πρακτικά πράγματα. Έμαθα να ψευτογράφω. Δεν ξέρω τι άλλο πια μπορώ να κάνω για να επιβιώσω.

-Πάντα ζούσατε φτωχικά; Πάντα. Όμως, δεν κλαίγομαι. Με τα χρήματα που κέρδιζα, πήρα ωραία πράγματα, ωραία χειρόγραφα Ελλήνων λογοτεχνών, έργα τέχνης, μελανοδοχεία, ωραία βιβλία.

-Ποιο είναι το μεγαλύτερο επίτευγμα της ζωής σας; Η οικογένειά μου και οι φίλοι μου.

-Όχι τα τραγούδια και τα βιβλία σας; -Όχι!

-Είναι υπερβολή να σας αντιμετωπίζουν ως «πνευματικό άνθρωπο»; Αντιμετωπίζω με τρόμο, το πόσοι πραγματικά σπουδαίοι άνθρωποι πέρασαν απαρατήρητοι απ’ αυτή τη ζωή. Παρόλο που έγραψαν ωραία πράγματα πολύ σοβαροί άνθρωποι για μένα, εντούτοις εγώ πάντα αμφιβάλλω. Αυτό που θέλω, είναι να κάνω εκείνο που λέει και ο Καβάφης: Τα ίδια πράγματα, με άλλο τρόπο. Εκεί κερδίζεις.

-Έρωτες μεγάλους έχετε ζήσει; Τεράστιους! (γελάει) Ακούστε. Αν σου πει ένας ασκητής ότι πέρασε τη ζωή του με νηστεία και προσευχή, είναι αδύνατον να τον πιστέψεις παρά μόνο εάν κάνει ένα χειροπιαστό θαύμα. Είναι τέτοια η ανθρώπινη φύση, που δεν μπορείς να πιστέψεις το απίστευτο. Τελειώνοντας την Πάπισσα Ιωάννα ο Ροίδης, αναφέρει μία φράση του Τερτυλλιανού και λέει: «Τα πιστεύομεν διότι είναι απίστευτα». Μπορεί να πιστέψουν οι άνθρωποι ότι το αίμα των βασιλέων είναι γαλάζιο, αλλά δεν μπορούν να πιστέψουν τα απλά πράγματα… Το χειρότερο, αγαπητέ μου, είναι να μου συμβεί ένας έρωτας σε αυτή την ηλικία. Οι γεροντοέρωτες είναι ό,τι χειρότερο μπορεί να τύχει σε έναν άνθρωπο.

-Η δημιουργία οικογένειας, δεν σας ενδιέφερε ποτέ στη ζωή σας; Τι; Να κάνω παιδιά και να γίνουν σαν κι εμένα; Όχι. Αμαρτία είναι. Να κάνω δυστυχισμένους ανθρώπους;

-Είστε τόσο δυστυχισμένος, λοιπόν; Διανοείσαι μία κοπέλα να έχει τα μούτρα μου; Χάζεψες;

-Θυμάστε τον τελευταίο σας έρωτα; Αμέ! Συνέβη το πρωί.

-Τι εννοείτε; Κοιτάξτε, τους έρωτες μου εγώ τους ζω στο μυαλό μου. Και μετά, τους γράφω στα βιβλία μου. Στο μυαλό μου, έχω ζήσει πολύ έντονους έρωτες!

-Και με την πράξη, τι γίνεται; Άντε καλέ! Η πράξη είναι των αγγέλων!

Send this to a friend