Αθήνα

27 oC

αίθριος καιρός

Βικτώρια Καρύδα: «Αν ήμουν μαζί του μπορεί να μην...»- Ραγίζει καρδιές στην πρώτη της συνέντευξη μετά τη δολοφονία Μακρή

Έχουν περάσει ήδη έξι μήνες από την ημέρα που ο επιχειρηματίας Γιάννης Μακρής έπεσε νεκρός έξω από το σπίτι όπου διέμενε με τη σύζυγό του, Βικτώρια Καρύδα και τα δύο τους παιδιά στο Πανόραμα Βούλας.

Έχουν περάσει ήδη έξι μήνες από την ημέρα που ο επιχειρηματίας Γιάννης Μακρής έπεσε νεκρός έξω από το σπίτι όπου διέμενε με τη σύζυγό του, Βικτώρια Καρύδα και τα δύο τους παιδιά στο Πανόραμα Βούλας.

Η Βικτώρια Καρύδα έδωσε την πρώτη της συνέντευξη μετά τη δολοφονία του συζύγου της στο «Πρώτο Θέμα» και περιέγραψε με συγκλονιστικό τρόπο, όλα όσα συνέβησαν το μοιραίο βράδυ, πριν την εν ψυχρώ εκτέλεση και μετά από αυτήν, όταν οι αστυνομικοί δεν την άφησαν να βρεθεί στο πλάι του συντρόφου της.

«Ποτέ δεν μου είχε πει ότι φοβάται. Ποτέ δεν μου έδωσε περιθώριο να σκεφτώ κάτι τέτοιο. Αν ήξερε ότι υπήρχε κάποιο πρόβλημα, εκείνος, όπως κάθε λογικός άνθρωπος, θα έπαιρνε προστασία. Κυκλοφορούσε με βεσπάκι, γιατί δεν του άρεσε να είναι στην κίνηση και δεν είχε κάποιον για προστασία. Δεν φορούσε ούτε κράνος. Ήθελε να αισθάνεται ελεύθερος και έπαιρνε και τα παιδάκια πάνω στο βεσπάκι, κάτι το οποίο δεν μου άρεσε καθόλου και τον μάλωνα. Δεν φοβόταν κάτι«.

Καμιά σχέση με όσα ακούγονταν στις ειδήσεις. Έβγαζαν άσχημα πράγματα χωρίς να γνωρίζουν τον άνθρωπο, κάτι που θεωρώ ότι δεν είναι σωστό. Για μένα αλλά και για τους περισσότερους που τον γνώρισαν στην Ελλάδα ο Γιάννης ήταν ο καλύτερος άνθρωπος. Κανένας δεν θα πει ούτε μια κακιά λέξη.

Είναι αυτό που δεν περίμενα ποτέ. Και πιστεύω ότι ούτε ο Γιάννης το περίμενε. Γιατί έχουμε μια οικογένεια. Δεν πρέπει να προστατεύουμε την οικογένεια; Και αυτό είναι που με τρώει μέσα μου: Ποιος και γιατί… Δεν υπήρχε κάτι που να μας κάνει να φοβόμαστε. Ήμασταν χαρούμενοι, πηγαίναμε ταξίδια με τα παιδιά μας, βγαίναμε στο κέντρο της Γλυφάδας στις κούνιες και στον παιδότοπο. Ο άνδρας μου δούλευε και επέστρεφε στις 3 το μεσημέρι από τη δουλειά του.

Τα μάτια της πλημμυρίζουν δάκρυα ότι συνειδητοποιεί τι έχει συμβεί και προσγειώνεται απότομα στο σήμερα: «Ο Γιάννης ήταν το καλύτερο παιδί. Ο καλύτερος άνθρωπος και όχι μόνο μέσα στην οικογένεια, αλλά και με τους φίλους του, ακόμη και με αγνώστους. Βοηθούσε τους ανθρώπους και, αν είχε πρόβλημα κάποιος, έτρεχε να του συμπαρασταθεί. Σε μένα – από το μεγαλύτερο μέχρι το μικρότερο πρόβλημα – έλεγε πάντα «Αχ αγαπούλα μου, δεν πειράζει».

Τα τελευταία μηνύματα που αντάλλαξαν

«Στεναχωρήθηκα γιατί τα εγκαίνια του μαγαζιού έπεφταν την ίδια ημέρα με το fashion show. Ο Γιάννης μου λέει «Αγαπούλα μου, θα είσαι μαζί μου;» και του απαντώ: «Θα τελειώσω νωρίς». Εκείνος τότε μου λέει: «Θα φύγω από εκεί νωρίτερα για να πάμε να φάμε μαζί». Όταν έφευγα και πήγαινα προς το κέντρο τον πήρα τηλέφωνο γιατί είχε κίνηση και μιλάγαμε για αρκετή ώρα. «Αγαπούλα μου, βρήκες χρόνο να μιλήσεις;» με ρωτά κι εγώ του λέω «έχω τόσο πονοκέφαλο». Ήταν πέντε το απόγευμα». Αυτή ήταν η τελευταία φορά που μιλήσατε; «Μου είπε «οκ αγαπούλα μου, ξάπλωσε και μιλάμε πιο μετά όταν τελειώσω να πάμε μαζί να φάμε. Μαζί, παρέα με τους φίλους ή οι δυο μας». Δεν ήταν καλά και δεν ήθελε να πάει». Σαν να μην ήθελε να βγει έξω από το σπίτι; «Δεν είχε όρεξη. Είχε πονοκέφαλο και πήρε παυσίπονο… Όταν έφυγε ο Γιάννης από τη ζωή, έλεγα μέσα μου «Αν πηγαίναμε μαζί στα εγκαίνια του μαγαζιού, μπορεί όλα να ήταν διαφορετικά.

Το μοιραίο βράδυ

«Ήταν τρομακτικός ο τρόπος μου το έμαθα. Ήμουν στο show, βγήκα, έκανα πρώτη εμφάνιση, πήγα στα καμαρίνια να αλλάξω για να κάνω τη δεύτερη εμφάνιση και σε μια φάση μπαίνει ένας πολύ καλός μου φίλος μακιγιέρ και μου λέει: «Βικτώρια, πρέπει να φύγουμε!» Εγώ έμεινα… Εκείνη την ημέρα όταν βγήκα πρώτη φορά ένιωσα, δεν ξέρω πως να το εξηγήσω, ότι δεν ήμουν καλά…» Φτάνοντας στο σημείο της εκτέλεσης, η καρδιά της άρχισε να χτυπά δυνατά: «Ανέβαινα την ανηφόρα και δεν με άφηνε η Αστυνομία και οι φίλοι μου με κρατάγανε. Νευρίασα πάρα πολύ γιατί κατάλαβα τι συμβαίνει. Κατάλαβα… Μου είχε πει πριν η φίλη μου να τρέξω και ήθελα πολύ να τον δω. Δεν με αφήνανε και ήμουν πάρα πολύ θυμωμένη γιατί ήταν ο άνδρας μου και ήθελα τόσο πολύ να τον αγκαλιάσω. Ήθελα να είμαι δίπλα του. Και δεν θυμάμαι… Φώναζα σαν τρελή», καταλήγει.

Η ζωή μετά τη δολοφονία του συζύγου της

Τον πρώτο καιρό δεν ήθελα να βλέπω τον κόσμο. Μερικοί δεν έχουν τρόπους. Πώς κοιτάνε, πώς μιλάνε, πώς σε δείχνουν με το δάκτυλο. Άσχημο πολύ άσχημο. Κάποιες φορές έχω φοβηθεί πολύ για τον εαυτό μου μέσα στο σπίτι γιατί δεν ήμουν καλά. Έκλαιγα όλη την ώρα, δεν έβγαινα και τρόμαξα γιατί ζαλίστηκα και πήγα να λιποθυμήσω… Με βοήθησαν οι φίλοι μου, οι κοντινοί μου γιατί είναι πολύ τρομακτικό. Έχω τρομάξει πάρα πολύ για τον εαυτό μου…»

Send this to a friend