• Σάββατο, 16 Δεκεμβρίου
  • 22:20

Αθήνα

16 oC

αραιές νεφώσεις

«Πανηγύρια» στην κυβέρνηση για το πρωτογενές πλεόνασμα- "έκπληξη" για το 2016

Πρωτογενές πλεόνασμα της τάξης του 3,9% εμφάνισε ο προϋπολογισμός του 2016, σύμφωνα με τις πρώτες μετρήσεις της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (ΕΛΣΤΑΤ), υπερβαίνοντας κατά πολύ τον μνημονιακό στόχο του 0,5% και φέρνοντας μεγάλη χαρά στην κυβέρνηση.

Συγκεκριμένα, σε πρωτογενές επίπεδο, το πλεόνασμα καθορίστηκε στα 6,937 δισ. ευρώ έναντι ελλείμματος 4,105 δισ. ευρώ (2,3% του ΑΕΠ) το 2015.

Οι δαπάνες της γενικής κυβέρνησης περιορίστηκαν στα 86,185 δισ. ευρώ (95,2 δισ. το 2015), ενώ τα έσοδα ενισχύθηκαν στα 87,473 δισ. ευρώ (84,8 δισ. το 2015).

Την ίδια ώρα, το ισοζύγιο της γενικής κυβέρνησης διαμορφώθηκε σε πλεόνασμα, ύψους 1,3 δισ. ευρώ (0,7% του ΑΕΠ), έναντι ελλείμματος 5,9% το προηγούμενο έτος.

Τέλος, το ύψος του ακαθάριστου ενοποιημένου χρέους αυξήθηκε στα 314,9 δισ. ευρώ (179% του ΑΕΠ), έναντι 177,4% το 2015.

Προφανώς και όλα αυτά αποτελούν ένα πολύ δυνατό «χαρτί» στα χέρια της κυβέρνησης για τη διαπραγμάτευση με τους εταίρους.

Τα παραπάνω στοιχεία έχουν υπολογιστεί βάσει του ευρωπαϊκού προτύπου «ESA 2010», το οποίο ωστόσο, διαφέρει από τον «μνημονιακό ορισμό» του πρωτογενούς πλεονάσματος.

Σε κάθε περίπτωση, πάντως, αξιωματούχοι του υπουργείου Οικονομικών υποστηρίζουν ότι το «μνημονιακό» πλεόνασμα διαμορφώνεται αρκετά κοντά στο 3,9% του ΑΕΠ -δηλαδή τη σημερινή εκτίμηση της ΕΛΣΤΑΤ- με επίδοση σαφώς υψηλότερη έναντι του στόχου του τρίτου προγράμματος βοήθειας (0,5%).

Μια βασική διαφορά ανάμεσα στους δύο τρόπους υπολογισμού, συνίσταται στο ότι το «μνημονιακό» πρωτογενές πλεόνασμα δεν περιλαμβάνει την κρατική υποστήριξη για τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα. Αυτή η υποστήριξη μπορεί να έχει αρνητικό ή και θετικό αντίκτυπο στη διαμόρφωση του πλεονάσματος.

Για παράδειγμα, το 2014, η επίπτωση ήταν θετική, καθώς οι αμοιβές που προέκυψαν από τις εγγυήσεις του διατραπεζικού δανεισμού και του συστήματος των ομολογιακών δανείων, καθώς και τα έσοδα από τις προνομιούχες μετοχές των τραπεζών, ήταν υψηλότερες από τις δεδουλευμένες δαπάνες. Αντίθετα, το 2013 και το 2015, η επίπτωση ήταν έντονα αρνητική λόγω της διαδικασίας ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών.

Να σημειωθεί ότι το αποτέλεσμα της ΕΛΣΤΑΤ αποτελεί την 1η εκτίμηση των δημοσιονομικών στοιχείων του 2016, καθώς η 2η εκτίμηση αναμένεται τον Οκτώβριο.