Αθήνα

21 oC

αραιές νεφώσεις

Hottest

Ενημέρωση σε…fast-forward!

Παντρεύτηκε ο Κώστας Σλούκας την εντυπωσιακή σύντροφό του (ΕΙΚΟΝΕΣ)

OPINION

Απλή αναλογική ως νέα κανονικότητα ή σκοπιμότητα;

Μετά την ψήφιση της απλής αναλογικής σε επίπεδο κεντρικής κυβέρνησης με το ν. 4406/2016 (ο οποίος θα ισχύσει από τις μεθεπόμενες εκλογές, από τη στιγμή που δεν συγκέντρωσε την απαιτούμενη...

Μετά την ψήφιση της απλής αναλογικής σε επίπεδο κεντρικής κυβέρνησης με το ν. 4406/2016 (ο οποίος θα ισχύσει από τις μεθεπόμενες εκλογές, από τη στιγμή που δεν συγκέντρωσε την απαιτούμενη από το Σύνταγμα πλειοψηφία των 2/3 για να ισχύσει από τις αμέσως επόμενες), η παρούσα κυβέρνηση επιχειρεί να φέρει την απλή αναλογική και στη τοπική αυτοδιοίκηση, κρίνοντας από τις πρόσφατες δηλώσεις του νυν Υπουργού Σκουρλέτη (βλ. ρεπορτάζ εδώ). Εκτός αυτού, προωθείται αποσύνδεση των εκλογών για τους δήμους και τις περιφέρειες από τις ευρωεκλογές, όπως και η μείωση της θητείας των αιρετών οργάνων από 5 σε 4 έτη.

Γράφει ο Κωνσταντίνος Μαρίνος

Βέβαια δεν είναι η πρώτη φορά που επιχειρείται χειρουργείο στον “Καλλικράτη” (ν. 3852/2010). Επί συγκυβέρνησης Σαμαρά-Βενιζέλου είχε αποσυνδεθεί ο πρώτος γύρος των δημοτικών και περιφερειακών εκλογών από τις ευρωεκλογές, με τον δεύτερο γύρο να συμπίπτει πια με αυτές και όχι ο πρώτος, πρωτοβουλία η οποία είχε θεωρηθεί τότε μεθόδευση της συγκυβέρνησης προκειμένου να μετριαστεί το πολιτικό κόστος.

Ασχέτως με το τι έγινε στο παρελθόν, σήμερα βρισκόμαστε ενώπιον μιας νέας πραγματικότητας, χάρη της οποίας ανακύπτουν ορισμένα ερωτήματα:

  1. Έπρεπε να αλλάξει ο τρόπος κατανομής των εδρών στα δημοτικά και περιφερειακά συμβούλια;
  2. Έπρεπε να μειωθεί ή όχι η θητεία των αιρετών οργάνων των ΟΤΑ; Και
  3. Έπρεπε να συνδεθεί εξαρχής ο χρόνος των ευρωεκλογών με τις αυτοδιοικητικές εκλογές;

Εκκινώντας από το τελευταίο ερώτημα, η σκοπιμότητα σύνδεσης αυτοδιοικητικών εκλογών και ευρωεκλογών είχε δύο πτυχές: Αφενός, την αύξηση της συμμετοχής στις ευρωεκλογές, που διαχρονικά στη χώρα μας είναι χαμηλή (εξ ου και η επιλογή της πρώτης Κυριακής των αυτοδιοικητικών εκλογών, όπου μετέχουν όλοι οι συνδυασμοί και εξ ορισμού υπάρχει μεγαλύτερη προσέλευση) και αφετέρου την μείωση του κόστους των εκλογικών αναμετρήσεων για το κράτος, αλλά και του περιορισμού της κόπωσης των πολιτών από τις αλλεπάλληλες ψηφοφορίες, ειδικά σε μια χώρα που την περίοδο 2010–2015 ψήφισε συνολικά 8 φορές (2010, 2014 αυτοδιοικητικές, 2014 ευρωεκλογές, διπλές εθνικές εκλογές το 2012 και το 2015 και ένα δημοψήφισμα το 2015).

Είχε δυσχέρειες αυτή η ρύθμιση; Σε επίπεδο πρακτικό ναι, ειδικά για τους δικαστικούς αντιπροσώπους που κλήθηκαν να διενεργήσουν εκλογές. Πέρα τούτου, δεν παρατηρήθηκαν άλλα προβλήματα επιχειρησιακά ή πολιτικά.

Συνεπώς, πρέπει ή όχι να εξακολουθήσει η διασύνδεση αυτοδιοικητικών εκλογών και ευρωεκλογών;

Ίσως είναι το πλέον ανώδυνο από τα τρία ερωτήματα που τέθηκαν αμέσως παραπάνω. Ωστόσο, επειδή δεν μπορεί να αλλάξει ο χρόνος διεξαγωγής των ευρωεκλογών, η απάντηση αυτού του ερωτήματος σχετίζεται άρρηκτα με την απάντηση του αμέσως προηγούμενου:

Πόσο πρέπει να διαρκεί η θητεία των αιρετών οργάνων των ΟΤΑ;

Αυτό το ερώτημα χρήζει κάποιας παραπάνω προσοχής. Για την ευχερέστερη απάντησή του, ας υποθέσουμε ότι ψηφίζεται το σχέδιο νόμου που προωθεί η παρούσα κυβέρνηση και έχουμε αυτοδιοικητικές τον Οκτώβριο του 2019.

Τι θα έχει προηγηθεί;

  • Ευρωεκλογές τον Ιούνιο του 2019
  • Βουλευτικές εκλογές τον Σεπτέμβριο του 2019 (αν η παρούσα κυβέρνηση επιλέξει να εξαντλήσει τη θητεία της)

Δηλαδή μέσα σ’ ένα χρόνο για τρεις φορές σε διάστημα τεσσάρων μηνών θα κληθούν οι ψηφοφόροι να ψηφίσουν για τα πάντα.

Αν υπολογίσουμε και την προεδρική εκλογή του 2020 και το ενδεχόμενο σενάριο νέων εκλογών (με απλή αναλογική αυτή τη φορά), καταλαβαίνει κανείς ότι επίκειται καταιγίδα εκλογικών αναμετρήσεων σε διάστημα 6 μηνών, μετά τη νηνεμία των τελευταίων τριών χρόνων.

Προφανώς και η κόπωση των ψηφοφόρων και το κόστος διενέργειας αλλεπάλληλων εκλογών για το κράτος είναι ένα επιχείρημα που βγαίνει αβίαστα. Ωστόσο δεν πρέπει να είναι το πρωτεύων. Αντίθετα, πρέπει να εστιάσουμε την προσοχή μας στον χαρακτήρα των αυτοδιοικητικών εκλογών και τον ρόλο που εκείνες μπορούν να διαδραματίσουν.

Κι αυτό γιατί κακά τα ψέμματα, τόσο οι αυτοδιοικητικές εκλογές, όσο και οι ευρωεκλογές χρησιμοποιούνται από την εκάστοτε κυβέρνηση και αντιπολίτευση, είτε για να ανανεωθεί η νομιμοποίηση της κυβέρνησης ή για να αμφισβητηθεί. Εξάλλου, αν ο Αντώνης Σαμαράς δεν έχανε στις ευρωεκλογές του 2014, ενδεχομένως να μην έκανε τον “ανασχηματισμό της Βούλτεψη”, που οδήγησε στο μη κλείσιμο της 5ης αξιολόγησης, στην επίσπευση της προεδρικής εκλογής και στην ταχύτερη άνοδο των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ στην εξουσία.

Προτού απαντήσουμε ευθέως το ερώτημα, οφείλουμε να κάνουμε την εξής παραδοχή: Η εξαγωγή συμπερασμάτων είναι επισφαλής, για τον απλούστατο λόγο ότι ο εκλογικός κύκλος στην Ελλάδα δεν είναι σταθερός. Το μόνο που ξέρουμε είναι κάθε πότε διεξάγονται οι αυτοδιοικητικές εκλογές και οι ευρωεκλογές και όχι οι βουλευτικές, που αποτελεί προνόμιο της εκάστοτε κυβέρνησης. Μπορεί να πει κανείς με βεβαιότητα ότι η παρούσα κυβέρνηση θα τερματίσει τη θητεία της στην ώρα της ή ότι οι επόμενες βουλευτικές εκλογές θα γίνουν τον Σεπτέμβριο του 2023;

Σαφώς και όχι, επομένως ξαναγυρνάμε στον προβληματισμό για τον χαρακτήρα τον αυτοδιοικητικών εκλογών.

Το ιδεατό είναι οι αυτοδιοικητικές εκλογές να διεξάγονται σε συνθήκες πλήρους αυτονομίας από την κεντρική πολιτική σκηνή. Αλλά γίνεται αυτό σε μια χώρα με κοινοβουλευτικό σύστημα, με χαλαρή διάκριση των εξουσιών και με αυτή τη δημόσια διοίκηση;

Εξαιρετικά δύσκολα

Από την άλλη, υπάρχουν οι μεγάλοι δήμοι και οι περιφέρειες που έχουν την δική τους πολιτική βαρύτητα και σημασία. Η εκλογή του Δημάρχου Αθηναίων, Θεσσαλονίκης ή του Περιφερειάρχη Αττικής είναι εξαιρετικά δύσκολο να περάσει απαρατήρητη από την κεντρική πολιτική σκηνή.

Γι αυτό ο χαρακτήρας των αυτοδιοικητικών εκλογών πρέπει να είναι περισσότερο έλεγχος πεπραγμένων της εκάστοτε κυβέρνησης, επομένως η θητεία αιρετών οργάνων ΟΤΑ και Βουλής να μην συμπίπτουν.

Οι αυτοδιοικητικές εκλογές πρέπει να προηγούνται των βουλευτικών εκλογών, ή να έπονται σημαντικά, διότι διενέργεια αυτοδιοικητικών εκλογών ένα μήνα ή ένα εξάμηνο μετά την ανάδειξη κυβέρνησης θα είναι σαφέστατα υπέρ της, αφού η λαϊκή εντολή θα είναι ακόμη νωπή.

Από τη στιγμή που οι βουλευτικές εκλογές, στο κοινοβουλευτικό σύστημα διακυβέρνησης είναι προνόμιο της εκάστοτε κυβέρνησης, πρέπει να υπάρχουν και εκλογικές διαδικασίες που βρίσκονται εκτός αυτού. Όπως και οι ευρωεκλογές, έτσι και οι αυτοδιοικητικές, πρέπει να έχουν χαρακτήρα αντίβαρου, μιας και τόσο η αντιπολίτευση, όσο και ο λαός, έχουν περιορισμένα μέσα ελέγχου της κυβέρνησης. Και οι εκλογές αναμφίβολα είναι το κυριότερο και σπουδαιότερο.

Για να γίνουν όμως όλα αυτά, πρέπει οι πολιτικές δυνάμεις να παίζουν με τους κανόνες του παιχνιδιού που είναι σταθεροί και κοινά αποδεκτοί και να μην αλλάζουν κατά το δοκούν. Η πρόβλεψη του άρθρου 54 του Συντάγματος περί θέσεως σε ισχύ του νέου εκλογικού νόμου από τις μεθεπόμενες εκλογές (εκτός κι αν συγκεντρωθεί η πλειοψηφία των 2/3 του όλου αριθμού των βουλευτών) ήταν μια σπουδαία κατάκτηση της αναθεώρησης του 2001.

Και παλαιότερα και με αφορμή την εισαγωγή του σταυρού προτίμησης λίγους μήνες πριν τις ευρωεκλογές, είχα διατυπώσει την άποψη ότι κάθε αλλαγή του εκλογικού νόμου, είτε για βουλευτικές, είτε για αυτοδιοικητικές και ευρωεκλογές (μόνο στο σταυρό προτίμησης γιατί προβλέπεται υποχρεωτικά η απλή αναλογική) πρέπει να συμπεριληφθεί στον κανόνα του άρθρου 54, αν όχι με την πλειοψηφία των 2/3, τουλάχιστον με τη λογική της αυξημένης πλειοψηφίας.

Είναι δημοκρατικά αντιδεοντολογικό μια κυβέρνηση έναν χρόνο πριν τις αυτοδιοικητικές εκλογές να αλλάζει κατά το δοκούν το εκλογικό σύστημα, μονάχα με απλή πλειοψηφία. Σφιχταγκαλιάζει τη τοπική αυτοδιοίκηση στην εξυπηρέτηση των πολιτικών της σκοπιμοτήτων, που εν προκειμένω δεν είναι άλλη από την απόκτηση ερεισμάτων στις τοπικές κοινωνίες και την προεξόφληση χρήσης της τοπικής αυτοδιοίκησης για μελλοντικές αντιπολιτευτικές ανάγκες.

Και καταλήγουμε συνεπώς στο τελευταίο ερώτημα:

Πρέπει να αλλάξει ο τρόπος κατανομής των εδρών στα δημοτικά και περιφερειακά συμβούλια;

Τα άρθρα 32 και 138 του ν. 3852/2010 θεσπίζουν τον κανόνα 3/5 των εδρών για τον επιτυχόντα συνδυασμό και 2/5 για τους επιλαχόντες συνδυασμούς, όπου ο νικητής συνδυασμός αναδεικνύεται με σύστημα δύο γύρων και 50+1%, αντικαθιστώντας το απαράδεκτο 42% που είχε θεσπίσει η κυβέρνηση Καραμανλή.

Ο νικητής των εκλογών, είτε με 50,01%, είτε με 70% θα λάβει συγκεκριμένο αριθμό εδρών κι αυτό μπορεί να θεωρηθεί στρέβλωση, είτε προς τα πάνω, είτε προς τα κάτω.

Δικαιολογείται άραγε η πλειοψηφία των 3/5 για το 50+1% ή κρίνεται ως υπερβολικό;

Σ’ αυτό το σημείο κρύβεται και η ουσία της όλης πρωτοβουλίας της κυβέρνησης, αναμένοντας βέβαια και το τελικό σχέδιο νόμου.

Αν τα πράγματα παραμείνουν ως έχουν, δηλαδή διεξαγωγή δύο γύρων, με την απλή αναλογική δεν έχει νόημα καν η διενέργεια του Β’ γύρου διότι η κατανομή των εδρών θα γίνεται από τον πρώτο γύρο μεταξύ των συνδυασμών. Η εκλογή δημάρχου ή περιφερειάρχη καθίσταται διεκπεραιωτική, αφού για να πάρει το 50+1% των εδρών θα πρέπει να εξασφαλίσει τη στήριξη ενός άλλου συνδυασμού, είτε πριν, είτε μετά τις εκλογές.

Η ψήφος σ’ αυτό το ενδεχόμενο δεν θα εκλέγει δήμαρχο, αλλά θα αποτελεί απλά ένα μέσο πίεσης του πρώτου συνδυασμού να σχηματίσει διοίκηση, λέγοντας στους υπολοίπους να σεβαστούν την λαϊκή εντολή.

Το πράγμα αλλάζει, εφόσον προβλεφθεί ένα bonus εδρών για τον νικητή συνδυασμό, είτε από τον πρώτο, είτε από τον δεύτερο γύρο, αλλά μέχρι στιγμής δεν έχει διαφανεί από την κυβέρνηση κάποια πρόθεση επ αυτού. Εφόσον θεσπιζόταν bonus, θα περιοριζόταν και η πλειοψηφία των 3/5, η οποία μπορεί κάποιος να θεωρήσει ότι είναι καταχρηστική και θα αποτυπώνονταν περισσότερο οι συσχετισμοί.

Θα μπορούσε να υπάρχει κι ένα κλιμακωτό bonus, με πλαφόν τα 3/5, ειδικά για συνδυασμούς που συγκεντρώνουν ποσοστά π.χ. άνω του 60% , αλλά η κατανομή των εδρών είναι σημαντικό, αλλά όχι το σημαντικότερο ζήτημα.

Το σημαντικότερο ζήτημα είναι το ποιοι καταλαμβάνουν αυτές τις έδρες, γεγονός που οδηγεί στην επαναφορά της πρότασης περί διακριτής κάλπης για δήμαρχο και δημοτικό συμβούλιο και εκλογής των δημοτικών συμβούλων από ενιαία λίστα και όχι από συνδυασμούς.

Ένας νόμος πρέπει να έχει ένα σκεπτικό προσαρμοσμένο στις ιδιαιτερότητες της τοπικής αυτοδιοίκησης και όχι της εκάστοτε κυβέρνησης. Όντως ο δήμαρχος με την παρούσα πρόβλεψη είναι πανίσχυρος. Πώς λύνεις το πρόβλημα, ενισχύοντας το δημοτικό συμβούλιο ή διαλύοντάς το;

Η μέχρι στιγμής πρόταση της κυβέρνησης είναι προς την κατεύθυνση της διάλυσης, επιδιώκοντας σχήματα του ΣΥΡΙΖΑ, τα οποία στις τοπικές κοινωνίες ακόμη και σήμερα είναι μειοψηφικά, να ανεβοκατεβάζουν δημάρχους, υιοθετώντας με θεσμικό μανδύα τον ρόλο του εκβιαστή.

Το πνεύμα της κυβερνητικής πρότασης υπηρετεί μια στενά κομματική λογική και όχι αυτοδιοικητική, όχι υπέρ των δημοτών ή των κατοίκων της περιφέρειας, αλλά υπέρ συγκεκριμένων ομαδοποιήσεων (που βεβαίως δεν θα προέρχονται μόνο από τον ΣΥΡΙΖΑ) που θα λειτουργούν παλαιοκομματικά και θα ζητούν ανταλλάγματα για την “παροχή εμπιστοσύνης” προς τον Δήμαρχο.

Αντίθετα, η ενιαία λίστα συμβούλων

  • Σπάει τα πελατειακά δίκτυα, αλλά
  • Ευνοεί την ανάδειξη προσωπικοτήτων που χαίρουν εκτίμησης στην τοπική κοινωνία.
  • Επιβραβεύεται το πρόσωπο και όχι η παρέα και έτσι επιτυγχάνεται σε μεγαλύτερο βαθμό η αποκομματικοποίηση της τοπικής αυτοδιοίκησης.
  • Η νομιμοποίηση του δημάρχου είναι ισχυρή, όχι αυταρχική, με τη διακριτή κάλπη να δημιουργεί τις συνθήκες συναίνεσης μεταξύ όμορων συνδυασμών και όχι εκβιασμού και παζαριού.

Ανακεφαλαιωτικά, η πρόταση της κυβέρνησης περί καθιέρωσης της απλής αναλογικής, όπως παρουσιάζεται μέχρι τώρα, όχι μόνο χειραγωγεί τη τοπική αυτοδιοίκηση, αλλά την οδηγεί μαθηματικά σε παραλυσία και απανωτά αδιέξοδα, ειδικά από τη στιγμή που δεν προβλέπεται επαναληπτική εκλογή σε περίπτωση διαπίστωσης αγεφύρωτων διαφορών (και προφανώς καλό θα ήταν να μην προβλεπόταν κάτι τέτοιο). Επιπλέον, αντί η κεντρική εξουσία να διδαχθεί από τη τοπική αυτοδιοίκηση τη σταθερότητα και την ομαλότητα, μεταβιβάζει σ’ αυτήν τις παθογένειές της, την αβεβαιότητα, τη ρευστότητα και τον πελατειασμό.

Ας φανταστούμε ΟΤΑ με απλή αναλογική και τις συνέπειές της στο καθεστώς των προσλήψεων και της οικονομικής διαχείρισης, για έναν τομέα της ευρύτερης δημόσιας διοίκησης που έχει το τεκμήριο της διαφθοράς και της κακοδιοίκησης, όπως επανειλημμένα έχουν αναφέρει εκθέσεις του Γενικού Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης.

Καταληκτικά, η τοπική αυτοδιοίκηση σε επίπεδο διακηρυκτικό έχει χαρακτηριστεί από πολλούς ως “κύτταρο δημοκρατίας”. Είναι πραγματικά κρίμα να μετατραπεί από λίγους σε “κύτταρο κομματοκρατίας”. Θα είναι μια ακόμη μια ήττα για το πολιτικό σύστημα, ακόμη ένα πλήγμα για τη Δημοκρατία.

ΠΗΓΗ

Θα αλλάξει o Μπάιντεν την Ευρώπη;
Η απειλητική «σύνοδος» τριών ειδών πληθωρισμού
Ο «εκσυγχρονισμός» της γαλέρας
Διδάγματα και αποφάσεις της πανδημίας Covid-19
Κυβέρνηση Μητσοτάκη: Από το «θαύμα» με την ανεργία στην επίθεση κατά της εργασίας
Πώς θα αναπνεύσουν πάλι οι Δημοκρατίες