• Σάββατο, 24 Φεβρουαρίου
  • 01:19

Αθήνα

10 oC

σποραδικές νεφώσεις

Απειλείται σήμερα το κράτος δικαίου;

Ποια είναι η κατάσταση ως προς τη διάκριση των εξουσιών και το Κράτος Δικαίου στη χώρα μας;

Κατ’ουσίαν, σε ένα κοινοβουλευτικό σύστημα διακυβέρνησης το ερώτημα θα μπορούσε να εξειδικευθεί (όχι μόνο, αλλά κυρίως) με αναφορά στη σχέση μεταξύ κυβέρνησης και δικαστικής εξουσίας. Άρα αναδιατυπώνω το ερώτημα: Απειλεί η σημερινή κυβέρνηση την δικαστική εξουσία;

Γράφει ο Ξενοφών Κοντιάδης, Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου, Πρόεδρος του Ιδρύματος Τσάτσου*

Η υπόθεση Novartis είναι ο τελευταίος κρίκος σε μια αλυσίδα αθέμιτων και αντισυνταγματικών παρεμβάσεων της Κυβέρνησης στο έργο της δικαιοσύνης. Η ποινική δίωξη των υπουργών αποτελεί έργο της δικαιοσύνης και της Βουλής. Η Κυβέρνηση δεν έχει αρμοδιότητα. Κι όμως, για άλλη μια φορά παρεμβαίνει. Τι σημαίνει ότι ο φάκελος διαβιβάστηκε στη Βουλή με «εντολή του Πρωθυπουργού»; Τι σημαίνει ότι πολλοί υπουργοί εμφανίζονται να γνωρίζουν το περιεχόμενο της δικογραφίας; Μήπως σκοπίμως γίνονται οι παρεμβάσεις αυτές από τη κυβέρνηση, επιδεικνύοντας αδιαφορία για τους δικαιοκρατικούς θεσμούς και τη δικαστική ανεξαρτησία, με βάση μια συγκεκριμένη επικοινωνιακή στρατηγική;

Δεν θα υπήρχε τίποτα πιο εύκολο από το να παραθέσω στη συνέχεια μία εκτενή περιπτωσιολογία από την οποία προκύπτει ότι η σημερινή κυβέρνηση επιχειρεί να παρέμβει στο έργο της δικαιοσύνης. Από την ατυχή αναφορά του Πρωθυπουργού σε αποφάσεις της δικαιοσύνης με τον χαρακτηρισμό «θεσμικό εμπόδιο» μέχρι την κυβερνητική ανάμειξη στην υπόθεση Novartis και από την επιλογή προέδρων και αντιπροέδρων των ανωτάτων δικαστηρίων χωρίς να τηρηθεί η επετηρίδα μέχρι την παραίτηση της Εισαγγελέως εγκλημάτων διαφθοράς με καταγγελίες στοχοποίησης της.

Σοβαρή επίθεση στη δικαστική ανεξαρτησία αποτέλεσε η υπόθεση των τηλεοπτικών αδειών, όταν το φθινόπωρο του 2016 δοκιμάστηκε η ανθεκτικότητα της δικαιοσύνης απέναντι σε ποικίλες «πιέσεις». Η δικαστική εξουσία πολιορκήθηκε ασφυκτικά από την πολιτική εξουσία, με κορυφαίο παράδειγμα τη δήλωση του πρωθυπουργού στη ΔΕΘ ότι το Συμβούλιο της Επικρατείας δεν θα ακυρώσει τον επίμαχο διαγωνισμό επειδή «τέτοια πράγματα δεν γίνονται». Η δήλωση αυτή μπορεί να εκληφθεί, με γνώμονα τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων, ως ευθεία παρέμβαση στη λειτουργία της Δικαιοσύνης.

Ακόμη ισχυρότερο ήταν το πλήγμα εις βάρος του κράτους δικαίου από την υποκλοπή και δημοσίευση σε φιλοκυβερνητικές εφημερίδες, τις παραμονές της κρίσιμης διάσκεψης του δικαστηρίου, της ηλεκτρονικής αλληλογραφίας ανώτατου δικαστή, ο οποίος μετείχε στη σύνθεση του δικαστηρίου στην υπόθεση των τηλεοπτικών αδειών, και η πειθαρχική του δίωξη. Η δημοσιοποίηση ευαίσθητων προσωπικών του δεδομένων έγινε κατά τρόπο ώστε να εκλαμβάνεται ως εγχείρημα «εκβιασμού».

Την ίδια περίοδο πραγματοποιήθηκε επίσκεψη των προέδρων των τριών ανωτάτων δικαστηρίων στο γραφείο του πρωθυπουργού, όπου συζητήθηκαν και μισθολογικά ζητήματα του κλάδου, προκαλώντας την αντίδραση δικαστικών ενώσεων ότι υποκαταστάθηκαν κατά παράβαση κανόνων δεοντολογίας. Αν στα προηγούμενα προστεθούν οι ερμηνείες ή παρερμηνείες της ανακοίνωσης και της δήλωσης του προέδρου του ΣτΕ για την υποχρέωση του δικαστηρίου να αφουγκράζεται την κοινωνία, μετά την αναβολή της πρώτης διάσκεψης για την επίμαχη υπόθεση, αλλά και η δήλωση της τότε προέδρου του Αρείου Πάγου για την αύξηση του ορίου ηλικίας συνταξιοδότησης των δικαστών, αναδεικνύεται η ένταση στο πεδίο της Δικαιοσύνης ήδη από τα τέλη του 2016. Ακολούθησαν απαξιωτικοί χαρακτηρισμοί κυβερνητικών στελεχών κατά του ΣτΕ, μετά τη «διαρροή» της απόφασης για τις άδειες.

Το σοβαρότερο ζήτημα πάντως είναι οι υπόνοιες που έχουν δημιουργηθεί σχετικά με τα κριτήρια επιλογής της ηγεσίας των ανώτατων δικαστηρίων. Ήταν τυχαίο, διερωτάται ο πολιτικός και ο νομικός κόσμος, που επελέγησαν πρόσωπα τα οποία είχαν λάβει συγκεκριμένη θέση σε δίκες μείζονος πολιτικού ενδιαφέροντος;

Το κρίσιμο ζήτημα είναι αν  το κράτος δικαίου δέχθηκε ένα ισχυρό πλήγμα από τα προηγούμενα. Άντεξαν οι θεσμοί; Ανθεκτικότητα σημαίνει ικανότητα ανάκαμψης από τις επιπτώσεις επικίνδυνων γεγονότων χωρίς να αλλοιώνεται η φυσιογνωμία συγκεκριμένων θεσμών ή οργανισμών. Η γνώμη μου είναι ότι η δικαστική εξουσία μπορεί να ανακάμψει από τα πλήγματα των προηγούμενων ετών. Καθοριστικό είναι το σθένος των δικαστών απέναντι στις πάσης φύσεως εξωτερικές πιέσεις .Μόνο αν λείψει σήμερα το δικαστικό σθένος, απειλείται το κράτος δικαίου στη χώρα μας.

Παρεμβάσεις  στο έργο της δικαστικής εξουσίας έχουν επισημανθεί ή καταγγελθεί και παλαιότερα. Κατά τη γνώμη μου η ένταση, η έκταση και ο τρόπος δημοσιοποίησης αυτών των παρεμβάσεων κατά την τελευταία τριετία συνιστούν μία ποιοτική διαφοροποίηση. Σε καμία περίπτωση όμως δεν αποδέχομαι την άποψη ότι η Ελλάδα έχει παύσει πλέον να αποτελεί κράτος δικαίου ή ότι η δικαιοσύνη κηδεμονεύεται από την κυβέρνηση, όπως υποστηρίχθηκε από ορισμένες πλευρές.  Δεν έχουμε γίνει Πολωνία, Ουγγαρία ή Τουρκία. Ο αντιπολιτευτικός λόγος πρέπει να παραμένει ψύχραιμος. Ο μεγάλος κίνδυνος σήμερα προέρχεται από τη λαϊκίστική διακυβέρνηση, που προκαλεί μια ρηχή ηθικοποίηση της πολιτικής και μετατρέπει τον πολιτικό διάλογο σε κυνήγι μαγισσών.

Πολύ φοβάμαι ότι όσα έχει βιώσει η ελληνική κοινωνία από το 2010 μέχρι σήμερα έχουν επηρεάσει καθοριστικά τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε τα πράγματα. Αυτό ισχύει ιδίως για τους νεότερους, για εκείνους που πέρασαν τα πρώτα χρόνια της ενήλικης ζωής τους μέσα στην κρίση. Όταν επι τουλάχιστον μία πενταετία, από την άνοιξη του 2010 μέχρι το καλοκαίρι του 2015, βομβαρδιζόμασταν καθημερινά από τηλεοπτικά παράθυρα, πλατείες, ακόμη και πανεπιστημιακά αμφιθέατρα, με έναν ακραίο αντισυστημικό λόγο που αξιολογούσε οποιαδήποτε (μνημονιακή και μη) περιοριστική ρύθμιση ως αντισυνταγματική, είναι αναμενόμενο οι 25χρονοι φοιτητές μου στο μεταπτυχιακό μάθημα Συνταγματικού Δικαίου να χαρακτηρίζουν τους δικαστές «δειλούς εντολοδόχους υποταγμένων κυβερνήσεων και ξένων συμφερόντων» (οι εκφράσεις αυτές μεταφέρονται κατά λέξη και δεν αποτελούν μεμονωμένα περιστατικά) επειδή δεν έκριναν αντισυνταγματικά τα μέτρα αυτά παρά μόνο σε ένα μικρό αριθμό αποφάσεων.

Μπορεί να χτίστηκαν πολιτικές καριέρες πάνω σε αυτή τη ρητορεία, όμως δεν επρόκειτο παρά για ανεύθυνη συνταγματοποίηση των πολιτικών και οικονομικών διακυβευμάτων. Δεν μας αξίζει να πληρώσουμε τους σημερινούς κυβερνώντες με το ίδιο νόμισμα που πλήρωναν αυτοί τους προκατόχους τους. Θεωρώ ότι ήδη η ζημιά που έχει γίνει είναι τεράστια και έχει προκαλέσει δυσβάσταχτα πλήγματα αξιοπιστίας στους θεσμούς του δημοκρατικού κράτους δικαίου.

*Το κείμενο του Ξεν. Κοντιάδη είναι απόσπασμα εισήγησης  στην εκδήλωση «Διάκριση Εξουσιών και Κράτος Δικαίου» του Πολιτικού Εργαστηρίου για τη Σύγχρονη Σοσιαλδημοκρατία

Δημοφιλή