Αθήνα

21 oC

αραιές νεφώσεις

Hottest

Ενημέρωση σε…fast-forward!

Παντρεύτηκε ο Κώστας Σλούκας την εντυπωσιακή σύντροφό του (ΕΙΚΟΝΕΣ)

OPINION

Πρέπει να αναθεωρηθεί τώρα το Σύνταγμα;

Εκεί που το ζήτημα της συνταγματικής αναθεώρησης είχε μετατοπιστεί στις καλένδες, ξαφνικά έγινε το επίδικο ζήτημα ανάμεσα σε ΣΥΡΙΖΑ, Κίνημα Αλλαγής και ΝΔ...

Εκεί που το ζήτημα της συνταγματικής αναθεώρησης είχε μετατοπιστεί στις καλένδες, ξαφνικά έγινε το επίδικο ζήτημα ανάμεσα σε ΣΥΡΙΖΑ, Κίνημα Αλλαγής και ΝΔ, με αφορμή τις προτάσεις που κατέθεσε στον δημόσιο διάλογο η επικεφαλής του Φώφη Γεννηματά.

Γράφει ο Κωνσταντίνος Μαρίνος

Και έγινε επίδικο γιατί από τη μια ο ΣΥΡΙΖΑ είπε το ναι στην έναρξη του διαλόγου και από την άλλη η ΝΔ μάλλον σήμερα θα πει το όχι στη Φώφη Γεννηματά. Συμπληρωματικά, ο πρώην Πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ και Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου Ευάγγελος Βενιζέλος δήλωσε δημόσια ότι όχι μόνο διαφωνεί με τη συγκυρία της πρότασης, αλλά και ότι δεν ερωτήθηκε καν, ούτε ο ίδιος ούτε ο Ανδρέας Λοβέρδος, για το τελικό παραδοτέο της πρότασης, η οποία εγκρίθηκε ως κείμενο από το Ιδρυτικό Συνέδριο του Κινήματος Αλλαγής την προπερασμένη Κυριακή.

Η προσέγγιση του ζητήματος έχει δύο πτυχές, την πολιτική και την θεσμική, οι οποίες λόγω της ιδιαιτερότητας του ζητήματος αλληλοδιαπλέκονται άρρηκτα, όπως θα φανεί στις επόμενες παραγράφους.

Απλοποιημένα, το Σύνταγμα στο άρθρο 110 προβλέπει τα εξής για την αναθεώρησή του:

Α) Πρόταση Αναθεώρησης από 50 Βουλευτές ανεξαρτήτως Κ.Ο.

Β) Απόφαση της Βουλής με πλειοψηφία 3/5 του όλου αριθμού των βουλευτών σε δύο ψηφοφορίες που απέχουν μεταξύ τους ένα μήνα των αναθεωρητέων διατάξεων

Γ) Μεσολάβηση εκλογών και εκ νέου απόφαση της Βουλής για τις αναθεωρητέες διατάξεις αυτή την φορά με απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών κατά την πρώτη τακτική σύνοδό της. Και

Δ) Στην περίπτωση που στην πρώτη Βουλή δεν επιτευχθεί η πλειοψηφία των 3/5, το Σύνταγμα ορίζει ότι πρέπει στη δεύτερη να επιτευχθεί.

Επομένως με βάση τα ανωτέρω προκύπτουν δύο προκαταρκτικά συμπεράσματα: Αφενός, ότι πρωταγωνιστές της Αναθεώρησης είναι τα πολιτικά κόμματα και η Βουλή. Αφετέρου, απαιτείται κάποια στιγμή να διαπιστωθεί συναίνεση των πολιτικών δυνάμεων που εκπροσωπούνται στη Βουλή.

Για την ώρα, τίποτε από τα δύο δεν συμβαίνει. Υπενθυμίζουμε σύντομα τα εξής:

1) Η Αναθεώρηση βρισκόταν μέχρι στιγμής εκτός Βουλής. Ο Αλέξης Τσίπρας συνέστησε μια Επιτροπή Αναθεώρησης του Συντάγματος ως συνταγματικά μη όφειλε.

2) Δεν διαπιστώνεται μέχρι στιγμής η οποιαδήποτε προσπάθεια συναίνεσης μεταξύ των πολιτικών δυνάμεων και ιδίως ανάμεσα στο ΣΥΡΙΖΑ και τη ΝΔ.

Παρουσιάζει ενδιαφέρον επίσης το γεγονός ότι τόσο ο ΣΥΡΙΖΑ, όσο και η ΝΔ έχουν καταθέσει προτάσεις για τη συνταγματική αναθεώρηση. Ο ΣΥΡΙΖΑ την κατέθεσε επίσημα και ολοκληρωμένα πριν από έναν χρόνο περίπου, ενώ η ΝΔ του Κυριάκου Μητσοτάκη κατέθεσε την δική της πρόταση εννέα σημείων πριν από δύο χρόνια περίπου.

Από τα παραπάνω τι παρατηρείται; Ότι έχει ξεκινήσει ένας διάλογος για αλλαγές στο Σύνταγμα, ο οποίος σταματά και ξεκινά κατά το δοκούν από τις δύο μεγαλύτερες πολιτικές δυνάμεις της χώρας, χωρίς να έχουν κάτσει στο ίδιο τραπέζι να συζητήσουν. Κι αυτό προσπαθεί να κάνει η πρόταση του Κινήματος Αλλαγής: Να γίνει ένας ουσιαστικός διάλογος με τις προϋποθέσεις που ορίζει το ίδιο το Σύνταγμα.

Και να γίνει ένας διάλογος όσο γίνεται χωρίς πολιτική σκοπιμότητα. Αναμφίβολα, η συνταγματική αναθεώρηση αποτελεί ένα ζήτημα “σοφτ” και αφαιρετικό, ωστόσο έχει να κάνει με την ίδια την υπόσταση των θεσμών και το πώς ένα κόμμα φαντάζεται τη θεσμική αρχιτεκτονική της χώρας.

Δυστυχώς η συζήτηση για την συνταγματική αναθεώρηση στην Ελλάδα γίνεται τα τελευταία χρόνια με όρους πολιτικής σκοπιμότητας. Και ο Αντώνης Σαμαράς (με την πρόταση 31 σημείων της ΝΔ τον Ιούνιο του 2014) και ο Αλέξης Τσίπρας χρησιμοποιούν τη συνταγματική αναθεώρηση για να δείξουν ότι παίρνουν πολιτικές πρωτοβουλίες και ότι νοιάζονται για τη συναίνεση. Ωστόσο, το Σύνταγμα δεν εξετάζει την πολιτική σκοπιμότητα, όπως και δεν απαγορεύει την χρησιμοποίησή του από την πολιτική σκοπιμότητα, όπως για παράδειγμα η προεδρική εκλογή.

Ο ΣΥΡΙΖΑ και ο Αλέξης Τσίπρας κατηγορήθηκαν (και εν πολλοίς σωστά) ότι χρησιμοποίησαν το Σύνταγμα στην προεδρική εκλογή για να ρίξουν την κυβέρνηση Σαμαρά-Βενιζέλου. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει αυτή η ανορθογραφία του Συντάγματος να συνεχίσει να υφίσταται, ειδικά με το ορόσημο της προεδρικής εκλογής του 2020;

Η συγκυρία πρέπει ή όχι τελικά να καθορίζει το Σύνταγμα; Ή μήπως το Σύνταγμα πρέπει να είναι υπεράνω συγκυρίας;

Δίχως διάθεση συνταγματικού ρομαντισμού, η συζήτηση περί αναθεώρησης του Συντάγματος θυμίζει έντονα τη συζήτηση περί Μακεδονικού. Αν την λύση την φέρει ο Τσίπρας δεν πρέπει να την στηρίξουμε. Αν στο Σύνταγμα συμπράξει ο Τσίπρας δεν πρέπει να το αναθεωρήσουμε. Το ανάποδο ακριβώς θα ίσχυε αν την πρωτοβουλία των δύο θεμάτων την είχε η ΝΔ του Κυριάκου Μητσοτάκη. Γιατί πολύ απλά ο δημόσιος λόγος έχει εγκλωβιστεί από τον μικρό και πολλές φορές μικροπρεπή δικομματισμό ΣΥΡΙΖΑ-ΝΔ. Τρανό παράδειγμα αποτελούν οι απαξιωτικές δηλώσεις Τζανακόπουλου για τις προτάσεις Αλιβιζάτου προ επιστολής Γεννηματά, όσο και οι χθεσινές δηλώσεις Χατζηδάκη, ότι οι προτάσεις του Κινήματος Αλλαγής δεν είναι “φιλόδοξες”.

Απέναντι στον καιροσκοπισμό των δύο μεγαλύτερων πολιτικών δυνάμεων, κάποια πολιτική δύναμη πρέπει να αντιτάξει τη θεσμικότητα, ειδικά επί ενός ζητήματος που δεν προέκυψε τώρα, αλλά συζητείται στην ακαδημαϊκή κοινότητα εδώ και αρκετά χρόνια. Και εδώ βρίσκεται η ευθύνη των πολιτικών δυνάμεων, να επικοινωνήσουν προς τα έξω την ατζέντα τους για το ποιες αλλαγές χρειάζονται οι θεσμοί, ειδικά σε ζητήματα που προκαλούν το κοινό αίσθημα, όπως είναι ο νόμος περί ευθύνης των υπουργών ή η βουλευτική ασυλία.

Αν δεν αξιοποιηθεί η δυνατότητα που ορίζει το ίδιο το Σύνταγμα, είμαστε καταδικασμένοι να ζήσουμε μια προεκλογική περίοδο πνιγμένη στη σκανδαλολογία και την ευτέλεια. Προφανώς η ατζέντα ενός πολιτικού κόμματος που επιδιώκει την ευρύτερη εκλογική του επιρροή δεν μπορεί να είναι μονάχα η αναθεώρηση του Συντάγματος. Αλλά ειδικά για το Κίνημα Αλλαγής οι θεσμοί είναι προνομιακό πεδίο, όχι μόνο λόγω πολιτικής ταυτότητας, αλλά και επειδή στις τάξεις του υπάρχει πλούσιο και ικανό πολιτικό και ακαδημαϊκό προσωπικό που πραγματικά μπορεί να προτείνει προωθημένες αλλαγές στο Σύνταγμα.

Και για το τέλος, ορισμένες καταληκτικές παρατηρήσεις:

Μια απλή ανάγνωση των προτάσεων ΣΥΡΙΖΑ και Κινήματος Αλλαγής αρκεί για να δει κάποιος ότι διαφέρουν δραματικά από μεριάς τεκμηρίωσης και σοβαρότητας. Επομένως από που πηγάζουν οι υπόνοιες περί συνεργασίας;

Η βλάβη που προκαλεί η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ στους θεσμούς είναι πασίδηλη. Γιατί να μην αυτοπεριορίσεις τον ΣΥΡΙΖΑ ή ακόμη και να τον εκθέσεις στα μάτια της κοινής γνώμης σχετικά με τις αντιλήψεις που πρεσβεύει για τους θεσμούς;

Τι διασφαλίζει ότι η πολιτική συγκυρία θα είναι ευνοϊκή την επαύριο του “ηττημένου ΣΥΡΙΖΑ”; Εξάλλου δεν υπάρχει ο φόβος ότι θα ξαναβρεί στην αντιπολίτευση τον αντιμνημονιακό του εαυτό; Γιατί να προτείνεται συγκυβέρνηση με τον ηττημένο ΣΥΡΙΖΑ και όχι αναθεώρηση; Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν θα είναι και στην επόμενη Βουλή και μάλλον ως δεύτερη κοινοβουλευτική δύναμη;

Η ευθύνη συμβαδίζει με τη λύση, όπως υπεύθυνα απέδειξε το Κίνημα Αλλαγής με τη στάση του στο Μακεδονικό, που το διαπραγματεύεται μάλιστα μια κυβέρνηση με υπουργούς τον Κοτζιά και τον Καμμένο. Γιατί να μην προκριθεί και τώρα η λύση αλλαγής των κακών κειμένων του Συντάγματος;

Το Κίνημα Αλλαγής για πρώτη φορά από τη θέσπιση του Συντάγματος του 1975 πιθανότατα δεν θα διαθέτει κοινοβουλευτική πλειοψηφία στη Βουλή (κάτι που συνέβη στις προηγούμενες αναθεωρήσεις του 1986 και του 2001) και εκ των πραγμάτων και με βάση το Σύνταγμα θα κληθεί να συμπράξει στην αναθεώρηση βάσει ενός σχεδίου που θα κατατεθεί είτε από τον ΣΥΡΙΖΑ, είτε από τη ΝΔ. Αφού το Κίνημα Αλλαγής δεν θα πλειοψηφίσει κοινοβουλευτικά, γιατί να μην πλειοψηφίσει στις ιδέες;

ΠΗΓΗ

Θα αλλάξει o Μπάιντεν την Ευρώπη;
Η απειλητική «σύνοδος» τριών ειδών πληθωρισμού
Ο «εκσυγχρονισμός» της γαλέρας
Διδάγματα και αποφάσεις της πανδημίας Covid-19
Κυβέρνηση Μητσοτάκη: Από το «θαύμα» με την ανεργία στην επίθεση κατά της εργασίας
Πώς θα αναπνεύσουν πάλι οι Δημοκρατίες