Αθήνα

24 oC

σποραδικές νεφώσεις

Αλήθειες και ψέματα

Η έλλογη και ορθολογική ανασκόπηση της περιόδου διακυβέρνησης  της χώρας από την κυβέρνηση Τσίπρα-Καμμένου αλλά και ο κριτικός αναστοχασμός των επικείμενων εκλογικών αρχαιρεσιών (ευρωεκλογές, αυτοδιοικητικές εκλογές) επιβάλλει την αναγνώριση, πέρα και μακριά από κομματικές αγκυλώσεις και υποκειμενισμούς, των πολιτικών δεδομένων και τεκμηρίων που είτε είχαν θετικό αντίκτυπο, είτε αρνητικό, στο σύνολο των πολιτών που διαμένουν στην Ελλάδα.

Η έλλογη και ορθολογική ανασκόπηση της περιόδου διακυβέρνησης  της χώρας από την κυβέρνηση Τσίπρα-Καμμένου αλλά και ο κριτικός αναστοχασμός των επικείμενων εκλογικών αρχαιρεσιών (ευρωεκλογές, αυτοδιοικητικές εκλογές) επιβάλλει την αναγνώριση, πέρα και μακριά από κομματικές αγκυλώσεις και υποκειμενισμούς, των πολιτικών δεδομένων και τεκμηρίων που είτε είχαν θετικό αντίκτυπο, είτε αρνητικό, στο σύνολο των πολιτών που διαμένουν στην Ελλάδα.

ΓΡΑΦΕΙ Ο Νίκος Γαλαρινιώτης

Είναι αλήθεια ότι η ανάληψη της εξουσίας από την κυβέρνηση Τσίπρα-Καμμένου, μιας πολιτικής συμμαχίας, φαινομενικά, ετερόκλητων κομματικών σχηματισμών, που όμως είχε τη δυνατότητα να εκφράζει  τους πολίτες που εναντιώθηκαν στην βαρβαρότητα των μνημονίων, είτε από την κεντοαριστερά (προσπάθεια ταύτισης του Τσίπρα με τον Ανδρέα Παπανδρέου), είτε από την κεντροδεξιά (συνεχής η επίκληση του Καμμένου ότι ο ίδιος είναι ο συνεχιστής του Καραμανλισμού) λειτούργησε προς το εθνικό συμφέρον.

Ήταν αναγκαία η προσαρμογή, οικονομική, πολιτική και κοινωνική, στα δεδομένα της σύγχρονης παγκοσμιοποίησης. Μιας μετά-παγκοσμιοποίησης, όπου ο άκρατος νεοφιλελευθερισμός, η διακυβέρνηση των γιγαντιαίων πολυεθνικών κολοσσών (τραπεζικών και επιχειρηματικών) επέβαλαν τους δικούς τους κανόνες. Αναγκαία, αφού η απότομη ρήξη και η υπόνοια υιοθέτησης ενός άλλου οικονομικού συστήματος  θα επέφερε  καταστροφικές συνέπειες.  Προς επίρρωση, η περίφημη πολύωρη διαπραγμάτευση και η εν συνεχεία kolotumpa.

Και αυτήν την προσαρμογή μόνο η προαναφερόμενη κυβέρνηση μπορούσε να υλοποιήσει επιτυχώς. Να αναλάβει και να εφαρμόσει μέτρα, πρόσκαιρα αντιλαϊκά, που όμως σε βάθος χρόνου θα διαφαινόταν η χρησιμότητα και η χρηστικότητά τους. Μέτρα που θα ήγειραν μεγάλες απεργιακές κινητοποιήσεις, προνομιακό, δηλαδή, πεδίο της Αριστεράς. Οπότε, χωρίς την «αριστερά παιδεία» και συνακολούθως την συμμετοχή των πολιτών που κινητοποιούνταν από το χώρο της κεντοαριστεράς ήταν εύλογη η σε χαμηλά ποσοστά κινηματική αντίδραση. Παρά ταύτα, παρατηρήθηκε το οξύμωρο, η συμμετοχή, δηλαδή, σε μετρίου βαθμού απεργιακές κινητοποιήσεις, συνδικαλιστών αλλά και βουλευτών της κυβερνητικής παράταξης.

Συσσωρευτικά,  η επίγνωση από την πλευρά των συμμάχων, κυρίως από την Ευρώπη, ότι η δημοσιονομική προσαρμογή ήταν απαραίτητη και ότι η Ελλάδα αποτελούσε μοναδική ευκαιρία για τον παραδειγματισμό και τον συνετισμό χωρών που υποδαύλιζαν την ευρωπαϊκή σταθερότητα συνέβαλε στην αναγκαία στήριξη,  εκ μέρους τους,  της  κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ.  Άλλωστε, η συνταγή υπήρχε και είχε ακολουθηθεί κατά το παρελθόν, επί αειμνήστου Ανδρέα Παπανδρέου. Τότε που φώναζε από τα μπαλκόνια «ΕΟΚ και ΝΑΤΟ το ίδιο συνδικάτο», αλλά ποτέ, ουσιαστικά, και καλώς, δεν εξήλθαμε από τους προαναφερόμενους οργανισμούς.  Έτσι αιτιολογείται και η μεταστροφή του Αλέξη από  το «go back Madame Merkel» στο «η Γερμανίδα καγκελάριος απέδειξε πόσο σημαντική είναι η υπεύθυνη ηγεσία»  (άρθρο του στην γερμανική εφημερίδα «Welt»).  Αν και Ευρωπαίοι, είχαν κατά νου, γνώριζαν το ελληνικό απόφθεγμα «σκύλος που φωνάζει, δεν δαγκώνει».

Ήταν επομένως εθνικά συμφέρουσα η επικράτηση του ΣΥΡΙΖΑ και η κυβέρνηση συνεργασίας ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ το 2015. Μόνο, που η δίψα για την ανάληψη της εξουσίας,  δεν επέτρεψε την ολοκλήρωση της θητείας της κυβέρνησης Σαμαρά, συμπαρασύροντας την ομαλή λειτουργικότητα του δημοκρατικού πολιτεύματος  που θέτει ως θεμέλιο λίθο την συνεργασία, την συνέργεια και την ευπρεπή πολιτική αντιπαράθεση μεταξύ των πολιτικών φορέων.

Και αυτήν την πολιτική και κοινοβουλευτική διολίσθηση βιώνουμε στις μέρες μας. Όπου η ευπρεπής πολιτική αντιπαράθεση έδωσε τη θέση της στην «οικογενειακή συνευθυνότητα», στον κυνικό αμοραλισμό. Και αυτήν είναι η ευθύνη που βαραίνει πρωτίστως τον  ίδιο τον πρωθυπουργό.

Send this to a friend