Αθήνα

20 oC

ελαφρές νεφώσεις

Ο αναντικατάστατος Σταύρος Θεοδωράκης

Δεν είμαι από αυτούς που αισθάνονται ικανοποίηση ή ανακούφιση από την αποχώρηση του Σταύρου Θεοδωράκη από το Κίνημα Αλλαγής. Αντιθέτως είμαι εξαιρετικά ανήσυχος από αυτήν την εξέλιξη.

Γράφει ο Νίκος Μπίστης

Δεν ήμουν υποστηρικτής του Ποταμιού και ουδέποτε πίστεψα στην αναγκαιότητα αμιγώς  κεντρώου κόμματος το οποίο μάλιστα θα έκανε πολιτική χωρίς πολιτικούς και θα αντικαθιστούσε το παλιό με ένα απροσδιόριστο καινούργιο. Το παράδοξο είναι ότι κατά διάρκεια της παιδικής του ηλικίας -με τις συνακόλουθες παιδικές ασθένειες και αφέλειες - το Ποτάμι επιβραβεύτηκε σε ένα βαθμό  από τους πολίτες, ενώ συγκέντρωσε ένα σημαντικό και πολύτιμο ανθρώπινο δυναμικό. Το άλλο εντυπωσιακό αλλά ευεξήγητο στοιχείο είναι ότι Θεοδωράκης και Ποτάμι κατέγραψαν διαφορετικές πορείες. Όσο έφθινε  το Ποτάμι , τόσο ωρίμαζε ο αρχηγός του, μια ωρίμανση που ήρθε πολύ αργά για να σώσει το δημιούργημα του. Όμως ένας στοιχειωδώς αντικειμενικός παρατηρητής των τελευταίων συζητήσεων στην Βουλή αβίαστα θα καταλήξει στο συμπέρασμα ότι είναι μακράν ο πιο ουσιαστικός ομιλητής, με κριτικό λόγο που συνδυάζει γωνίες με μετριοπάθεια. Και επί της ουσίας  σε όλα τα κρίσιμα ζητήματα που τέθηκαν στην δημόσια συζήτηση με τον ένα η τον άλλο τρόπο (σύμφωνο συμβίωσης, αναδοχή παιδιών από ομόφυλα ζευγάρια, διαχωρισμός κράτους εκκλησίας, αρνητική στάση στο αίτημα για πρόωρες εκλογές και πρωτίστως στο Μακεδονικό) είχε σωστή και απολύτως σαφή τοποθέτηση.

Για την ακρίβεια είχε την αντίδραση που θα ήθελα να έχει σε όλα αυτά τα ζητήματα η ηγεσία του Κινήματος Αλλαγής. Και το πέτυχε χωρίς να μετριάσει την κριτική του στην κυβέρνηση των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ. Έκανε αυτό που πάντα επιθυμούσαμε στον χώρο της ανανεωτικής αριστεράς και της εκσυγχρονιστικής κεντροαριστεράς: Προγραμματική αντιπολίτευση. Αποτέλεσμα αυτής της προσέγγισης ήταν η διεύρυνση της απόστασης  του Ποταμιού και του ίδιου από την ΝΔ , πόσο μάλλον όταν η τελευταία - όπως πολύ σωστά επισημαίνει ο Νίκος Μαραντζίδης - όλο και περισσότερο αποκτά τα χαρακτηριστικά της επιθετικής ευρωπαϊκής Νέας Δεξιάς εγκαταλείποντας το πρόσωπο μιας μετριοπαθούς κεντροδεξιάς και διολισθαίνει σε θέσεις ασύμβατες προς αυτές του μεσαίου χώρου. Επειδή ασκώντας προγραμματική αντιπολίτευση εκ των πραγμάτων στήριξε πρωτοβουλίες του ΣΥΡΙΖΑ με κορυφαία την υποστήριξη που έδωσε στην Συμφωνία για το Μακεδονικό, πολλοί έσπευσαν -σαν έτοιμοι από καιρό- να τον στείλουν στον ΣΥΡΙΖΑ. Είναι οι νεοαγανακτισμένοι που θέλουν όλα να παγώσουν μέχρι να πέσει ο ΣΥΡΙΖΑ, αυτοί που δικαιολογούν τα πάντα στη ΝΔ, μαζί και την νεοδεξιά μετάλλαξη της μπροστά στον κοινό σκοπό και εκείνοι που βλέπουν την κεντροαριστερά και όλο τον μεσαίο χώρο σε ρόλο μετεκλογικού συμμάχου της ΝΔ. Έτσι σε σύντομο διάστημα ο Σταύρος Θεοδωράκης από υπάλληλος του Μπόμπολα και εφεδρεία της ΝΔ τώρα κατηγορείται ως αρωγός του Τσίπρα. Σημεία των καιρών του φανατισμού που διανύουμε.

Υπάρχει ένα διπλό ερώτημα: Εξάντλησε ο Σταύρος Θεοδωράκης όλα τα περιθώρια πριν το διαζύγιο με το Κίνημα Αλλαγής; Και ποιό είναι το μέλλον του Ποταμιού σε συνθήκες απόλυτης πόλωσης;

Στο πρώτο η απάντηση αυτή την στιγμή είναι αρνητική, την οριστική όμως θα την δώσει η πορεία του Κινήματος Αλλαγής. Αν επανέλθει δηλαδή στην πολιτική των ίσων αποστάσεων ανάμεσα στην ΝΔ και τον ΣΥΡΙΖΑ και σε ένα σύγχρονο προγραμματικό λόγο - αποστάσεις που καταργήθηκαν με το αίτημα για εκλογές εδώ και τώρα και με την άρνηση στήριξης μιας επωφελούς συμφωνίας με την ΠΓΔ της Μακεδονίας - τότε θα αποδειχθεί ότι υπήρχε χώρος συνύπαρξης και όσμωσης και κατά συνέπεια έπρεπε να δώσει ο Θεοδωράκης πίστωση χρόνου στο εγχείρημα. Αν όχι ,το ίδιο το ερώτημα είναι άνευ σημασίας.

Η απάντηση στο δεύτερο ερώτημα αυτή την στιγμή συνηγορεί επίσης υπέρ της παραμονής. Δεν υπάρχει προοπτική για αυτόνομη πορεία του Ποταμιού, έτσι όπως το γνωρίσαμε. Η διατήρηση της ενότητας μιας τριχοτομημένης κοινοβουλευτικής ομάδας δίνει απλώς μια αναστολή εκτελέσεως μιας απόφασης που θα σημάνει το τέλος μιας ενδιαφέρουσας διαδρομής. Και όσο πλησιάζουν οι εκλογές θα πολλαπλασιάζονται οι πολύπλευρες πιέσεις. Και όπως ξέρουμε  καλά όταν μικρομεσαία σχήματα βρίσκονται σε πτωτική πορεία, τροφοδοτείται η έκρηξη των υποκειμενισμών και των προσωπικών στρατηγικών. Η επανεκκίνηση ενός κόμματος είναι πολύ δύσκολο πράγμα και οι αντοχές των ανθρώπων μειωμένες.

Έχοντας αυτήν την εικόνα κατά νου πολλοί φίλοι θεώρησαν απελευθερωτική η εν πάσει περιπτώσει ελάσσονος σημασίας  για το Κίνημα Αλλαγής την αποχώρηση Θεοδωράκη και Ποταμιού. Σφάλλουν κατά την γνώμη μου . Η παρουσία Ποταμιού και Θεοδωράκη αποτελούσε συνδετικό κρίκο με αυτό που ονομάζουμε ριζοσπαστικό κέντρο, αναγκαίο κομμάτι στο παζλ μια μεγάλης σύγχρονης κεντροαριστεράς. Ένα κόμμα το οποίο εκτός ενιαίου σχηματισμού δεν μπορεί πλέον να καταγράψει σημαντικό μέγεθος, εντός της παράταξης δίνει προστιθέμενη και αναντικατάστατη αξία . Όλοι και πολύ ορθά μιλούν για τις 210 000 που έδωσαν την αρχική μεγάλη ώθηση στο εγχείρημα. Ορισμένοι όμως θέλουν να ξεχνούν ότι το αποτέλεσμα αυτό προέκυψε από την δυναμική που τροφοδότησε ακριβώς η πολυμορφία του εγχειρήματος και η ποικιλία των υποψηφίων. Η συμμετοχή του Σταύρου Θεοδωράκη όπως και του Γιώργου Καμίνη αποτελούσαν την εγγύηση ότι το νέο σχήμα θα υπερέβαινε και προγραμματικά και οργανωτικά το ΠΑΣΟΚ. Με την απουσία του Ποταμιού η εγγύηση αυτή έχει αποδυναμωθεί. Θέλω να πιστεύω ότι η ηγεσία του Κινήματος Αλλαγής δεν συμμερίζεται φωνές και αιτήματα - που έχουν πάντως πληθύνει - για επιστροφή στις ρίζες, για αποδοχή της «πραγματικότητας» ότι το Κίνημα Αλλαγής δεν μπορεί να είναι κάτι αισθητά διαφορετικό από ένα κάπως διευρυμένο ΠΑΣΟΚ.  Συμφιλίωση με αυτήν την δήθεν ρεαλιστική θεώρηση δεν θα οδηγήσει καν σε ΠΑΣΟΚ plus όπως φοβούνται ορισμένοι. Ακόμα χειρότερα θα οδηγήσει σε ΠΑΣΟΚ πλην και θα αφήσει ορθάνοιχτες τις πόρτες στον ΣΥΡΙΖΑ που ετοιμάζει την παρέμβαση του στον χώρο της κεντροαριστεράς.

Για να επανέλθουμε στον πρωταγωνιστή των εξελίξεων - όπως και αν αξιολογεί ο καθένας μας την παρουσία του και την τελευταία του απόφαση- η μετεωρική άνοδος του Θεοδωράκη δεν είχε την ανάλογη συνέχεια, τουλάχιστον σε ότι αφορά στο δημιούργημα του, το Ποτάμι. Ο ίδιος όμως ξεπέρασε τα όρια του δημιουργήματος του, είναι μια σημαντική πολιτική παρουσία απολύτως αναγκαία σε μελλοντικές προσπάθειες για προοδευτικές λύσεις στον τόπο.

Γι’ αυτόν, όπως και για πολλούς άλλους εξάλλου ταιριάζει γάντι η αποστροφή του Μπέκετ: Πάντα προσπάθεια. Πάντα αποτυχία. Δεν πειράζει. Προσπάθησε ξανά. Απότυχε ξανά. Απότυχε καλύτερα.

Send this to a friend