Αθήνα

18 oC

ελαφρές νεφώσεις

Πολιτικοί χωρίς επάγγελμα

Ο μεγάλος γερμανός κοινωνιολόγος Μαξ Βέμπερ στη διάλεξή του με τίτλο «Η πολιτική ως επάγγελμα» υποστήριζε ότι η πολιτική είναι το μέσο για την υπέρβαση του μονοπωλίου εξουσίας και ισχύος που κατείχε η κληρονομική αριστοκρατία, αλλά και «ο μοναδικός δρόμος για τη χαλιναγώγηση του νέου Λεβιάθαν», που είναι η δημόσια διοίκηση και η γραφειοκρατία.

Ο μεγάλος γερμανός κοινωνιολόγος Μαξ Βέμπερ στη διάλεξή του με τίτλο «Η πολιτική ως επάγγελμα» υποστήριζε ότι η πολιτική είναι το μέσο για την υπέρβαση του μονοπωλίου εξουσίας και ισχύος που κατείχε η κληρονομική αριστοκρατία, αλλά και «ο μοναδικός δρόμος για τη χαλιναγώγηση του νέου Λεβιάθαν», που είναι η δημόσια διοίκηση και η γραφειοκρατία.

ΓΡΑΦΕΙ Ο Γιώργος Σιακαντάρης

Κατ’ αυτόν, η τεχνοκρατικοποίηση της πολιτικής αποτελεί μεν μεγάλο κίνδυνο για την ελευθερία και την αυτονομία των ανθρώπων, αλλά από την άλλη πολιτικοί χωρίς επαγγελματικές και ευρύτερες γνώσεις αδυνατούν να κατανοήσουν τα σύνθετα φαινόμενα. Ο Βέμπερ τόνιζε, στην ίδια διάλεξη, πως υπάρχουν δύο είδη πολιτικών. Αυτοί που ζουν από την πολιτική και αυτοί που ζουν για την πολιτική. Ουσιαστικά όμως υποστήριζε ότι καλός πολιτικός είναι αυτός που συνδυάζει και τα δύο.

Αν ζούσε όμως στην Ελλάδα σήμερα, ο μεγάλος κοινωνιολόγος θα μιλούσε για τους πολιτικούς χωρίς επάγγελμα. Το υπόδειγμα για την ανάλυσή του θα το έδιναν πάρα πολλοί, επικεφαλής των οποίων θα ήταν ο διευθυντής της ΚΟ του ΣΥΡΙΖΑ κ. Θεοχαρόπουλος. Αυτός, με μέσο τη σφραγίδα της ΔΗΜΑΡ, είχε εξασφαλίσει πριν από τις εκλογές πώς την επόμενη μέρα, ανεξαρτήτως της εκλογής του, δεν θα αναζητούσε εργασία στις αγγελίες των εφημερίδων.

Ας όψονται όλοι αυτοί που αρχικά πίστεψαν πως ο καβγάς ήταν για τις Πρέσπες. Ο καβγάς ήταν για το πάπλωμα. Ενδεικτικό είναι πως, όπως σημείωνε ο «Μικροπολιτικός» των «ΝΕΩΝ», ο πρόεδρος της ΔΗΜΑΡ σε συνεδρίαση της Προοδευτικής Συμμαχίας που έγινε στα γραφεία του κόμματος – αλήθεια, κ. Νίκο Παπανδρέου, τα «απομεινάρια» στο ΚΙΝΑΛ είναι «της» και όχι «του» ΔΗΜΑΡ -, δύο ημέρες μετά τη συμπλήρωση 8 ετών από τον θάνατο του Κύρκου, δεν έκανε ούτε καν μία συμβολική αναφορά στο γεγονός. Δεν είναι όμως μόνο ο χώρος της Ανανεωτικής Αριστεράς που παράγει τέτοια «προϊόντα».

Γεννώνται εδώ γενικότεροι προβληματισμοί για το φαινόμενο των «επαγγελματικών» μετακινήσεων. Τέτοιοι «πολιτικοί» πατούν στο απορφανισμένο από ιδέες και αρχές έδαφος που καλλιεργούν τα ίδια τα κόμματα. Το πρόβλημα συνίσταται όχι στο ότι οι σημερινοί πολιτικοί ζουν από αυτήν, αλλά στο ότι δεν μπορούν να ζήσουν χωρίς αυτήν. Η πολιτική είναι το μοναδικό επάγγελμα που υποτίθεται ότι γνωρίζουν. Το εισόδημά τους εξαρτάται από τον «αρχηγό». Οχι από το πόσο δημοφιλείς είναι αυτοί μέσα στο κόμμα, αλλά από το πώς θα επιλέξουν το «καλό» κόμμα που θα τους υπουργοποιήσει και από το πόσο υπάκουοι «υπάλληλοι» στον εκάστοτε αρχηγό μπορούν να είναι.

Οι μηχανισμοί των σημερινών κομμάτων-καρτέλ, με τη συνεπικουρία μερικών τηλεοπτικών εκπομπών, θεωρούν τους πολίτες ανίκανους να κατανοήσουν τα πολυσύνθετα φαινόμενα της σύγχρονης πραγματικότητας και σερβίρουν σε αυτούς κατασκευασμένες εκλαϊκευτικές υπεραπλουστεύσεις και ανύπαρκτα διλήμματα. Από τέτοια απλουστευτικά σχήματα, για παράδειγμα, αρπάζονται για να διασωθούν «πολιτικοί» που από το Κίνημα Αλλαγής πήγαν στον ΣΥΡΙΖΑ. Δεν είναι όμως μόνο η μετακίνηση στον ΣΥΡΙΖΑ που γεννά απορίες. Είδαμε «κεντροαριστερά» στελέχη να στελεχώνουν τη νέα κυβέρνηση και αντί να τους ζητηθεί να εξηγήσουν τη στάση τους – να εξηγήσουν, όχι να απολογηθούν -, αντιμετωπίστηκαν a priori πολύ θετικά. Μόνο όμως η μετακίνηση στον ΣΥΡΙΖΑ είναι «επιλήψιμη»;

Η απόσταση από την «πολιτική ως επάγγελμα» έως την «πολιτική ως μοναδικό επάγγελμα» είναι όση μεταξύ αυτών που βλέπουν την πολιτική ως το θέατρο των αξιών τους και εκείνων που βλέπουν αυτήν και τον εαυτό τους ως περιφερόμενο θίασο. Είναι δηλαδή όση απόσταση χωρίζει, για παράδειγμα, τρεις ευπατρίδες της πολιτικής, όπως τον αείμνηστο Σάκη Πεπονή, έναν παλαιότερο όπως ο κ. Παρασκευάς Αυγερινός και έναν σημερινό όπως ο νέος Πρόεδρος της Βουλής κ. Κώστας Τασούλας – παρεμπιπτόντως η ομιλία του στην ανάληψη των καθηκόντων του έδειξε έναν ακέραιο αστό δημοκράτη – από τους πολιτικούς χωρίς επάγγελμα.

Επιστρέφοντας στον Βέμπερ, αυτός τόνιζε πώς για να αποτραπεί ο κίνδυνος μετατροπής της πολιτικής σε μοναδικό επάγγελμα, χρειάζεται οι πολιτικοί να συνδυάζουν τρία πράγματα: πάθος, αίσθημα ευθύνης και αίσθηση του μέτρου. Και αγάπη στη γνώση και στη μόρφωση, θα πρόσθετα. Τα τρία βεμπεριανά κριτήρια, αλλά κυρίως η απουσία αγάπης για την «Αναζήτηση» της γνώσης, σαν αυτή που διαπερνά τον Νικόλα, ήρωα του Νίκου Θέμελη στο ομώνυμο βιβλίο, αποτελούν το μεγάλο κενό της σύγχρονης πολιτικής μας σκηνής. Οι πολιτικοί μας, με αρκετές βεβαίως εξαιρέσεις, όπως αυτών που ήδη ανέφερα, αδιαφορούν για τη γνώση. Μην προσπαθήσεις να τους μιλήσεις για τον «Γατόπαρδο» του Λαμπεντούζα, θα μπερδέψουν τον συγγραφέα με τον πρίγκιπα του μυθιστορήματος, ας αφήσουμε που κάποιοι άλλοι, διατελέσαντες και πρωθυπουργοί, θεωρούν τον πρόδρομο του Διαφωτισμού Μακιαβέλι εκπρόσωπο της αντιδραστικής Ευρώπης.

Αυτό λοιπόν που προκαλεί την απέχθεια των πολιτών για την πολιτική και τους πολιτικούς δεν είναι η λειτουργία των τελευταίων ως επαγγελματιών. Είναι το ακριβώς αντίθετο. Είναι οι ανεπάγγελτοι πολιτικοί. Υπάλληλοι όσων τους εγγυώνται εισοδηματική εξασφάλιση. Η υπαλληλοποίηση των πολιτικών, όσο και των άβουλων και άφωνων «στενών τους κύκλων», ανήμπορων να ψελλίσουν στους κάθε φορά «εργοδότες» τους έστω και μια αντίρρηση για «την τιμή των όπλων», δημιουργεί πρόβλημα αξιοπιστίας στη δημοκρατία. Πολιτικοί «σκιές των σκιών» κατά Πλάτωνα ή «άνθρωποι χωρίς ιδιότητες» κατά Ρόμπερτ Μούζιλ.

Ο κ. Γιώργος Σιακαντάρης είναι δρ Κοινωνιολογίας. Το νέο βιβλίο του «Το πρωτείο της Δημοκρατίας. Η σοσιαλδημοκρατία μετά τη σοσιαλδημοκρατία» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Αλεξάνδρεια.

Send this to a friend