Αθήνα

21 oC

σποραδικές νεφώσεις

Hottest

Ενημέρωση σε…fast-forward!

Παντρεύτηκε ο Κώστας Σλούκας την εντυπωσιακή σύντροφό του (ΕΙΚΟΝΕΣ)

OPINION

Πότε πρέπει να γίνουν εκλογές;

Η απάντηση του παραπάνω ερωτήματος έχει δύο διαστάσεις, την θεσμική και την πολιτική, όπου η κάθε διάσταση απαντά σε δύο διακριτά ερωτήματα, αφενός ποιος μπορεί να προκηρύξει εκλογές και αφετέρου ποιος μπορεί να ζητάει εκλογές.

Η απάντηση του παραπάνω ερωτήματος έχει δύο διαστάσεις, την θεσμική και την πολιτική, όπου η κάθε διάσταση απαντά σε δύο διακριτά ερωτήματα, αφενός ποιος μπορεί να προκηρύξει εκλογές και αφετέρου ποιος μπορεί να ζητάει εκλογές.

Γράφει ο Κωνσταντίνος Μαρίνος

Ως προς το πρώτο ερώτημα, που αποτυπώνει και τη θεσμική διάσταση, εκλογές μπορεί να προκηρύξει βάση του Συντάγματος η κυβέρνηση όσο απολαμβάνει της εμπιστοσύνης της Βουλής και ουδείς άλλος. Αυτό ορίζει εξάλλου και το Σύνταγμα μας, όπως ορίζει κυρίως το άρθρο 84 και δευτερευόντως το άρθρο 41 του Σ.

Ως προς το ποιος μπορεί κι αν δικαιούται να ζητάει εκλογές, πρέπει να ειπωθούν προκαταρκτικά τα εξής:

Η θητεία της παρούσης Βουλής εκπνέει συνταγματικά στις 20 Σεπτεμβρίου 2019, δηλαδή σε 16 και κάτι μήνες από σήμερα. Από τη στιγμή που δεν μεσολαβεί εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας, η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ έχει με βάση το Σύνταγμα κάθε δικαίωμα να παραμείνει στην εξουσία μέχρι και τη τελευταία μέρα της βουλευτικής περιόδου.

Αν μας αρκούσε η θεσμική διάσταση, η συζήτηση θα τελείωνε κάπου εδώ. Ωστόσο η συζήτηση αυτή συνεχίζεται, επειδή υπάρχει η πολιτική διάσταση, η οποία συγκεκριμενοποιείται στην κάπως ασαφή έννοια της “λαϊκής εντολής”.

Απέχοντας από τη συνήθη μεταπολιτευτική συζήτηση για το αν μια κυβέρνηση οφείλει να απολαμβάνει πέρα της τυπικής και ουσιαστικής νομιμοποίησης, η οποία άπαξ και χαθεί δεν δικαιούται να βρίσκεται στην αρχή και οφείλει να προκηρύξει εδώ και τώρα εκλογές γιατί διαπιστώνεται πια δυσαρμονία με τη λαϊκή θέληση που την επέλεξε (όπως αποτυπώνεται επί παραδείγματι σε δημοσκοπήσεις, ή σε εκλογές με προκριματικό χαρακτήρα, όπως π.χ. οι ευρωεκλογές ή οι αυτοδιοικητικές), χρήσιμο είναι να τεθεί η συζήτηση με όρους μνημονιακής και μεταμνημονιακής εποχής και όχι προμνημονιακής.

Η παρούσα κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ επανεξελέγη στις 20 Σεπτεμβρίου του 2015, παρά το γεγονός ότι αθέτησε κάθε υπόσχεση που την έφερε στην εξουσία στις 25 Ιανουαρίου 2015, παρά το ότι μεσολάβησε δημοψήφισμα στις 5 Ιουλίου 2015 που αθέτησε και τέλος παρά το ότι έφερε μνημόνιο πρώτα ως συμφωνία στις 12 Ιουλίου και έπειτα ως νόμος του κράτους στις 14 Αυγούστου 2015.

Παρά τις ιστορικές εξελίξεις και επιλογές της πρώτης κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ, το εκλογικό σώμα στις επαναληπτικές εκλογές του Σεπτεμβρίου απέδωσε σε κάθε κόμμα του κυβερνητικού συνασπισμού ακέραια τα ποσοστά του Ιανουαρίου, επανεπιβεβαιώνοντας την εμπιστοσύνη προς το δίδυμο Τσίπρα-Καμμένου, παρά το γεγονός ότι ο ΣΥΡΙΖΑ διασπάστηκε και παρά το γεγονός ότι ΝΔ-ΔΗΣΥ-Ποτάμι υπερψήφισαν την συμφωνία που έφερε ο Τσίπρας.

Με άλλα λόγια, το εκλογικό σώμα έδωσε την εντολή στον Τσίπρα να εφαρμόσει το μνημόνιο που εκείνος έφερε και όχι οι δυνάμεις του “παλαιού πολιτικού συστήματος”, συγχωρώντας τα γιγαντιαία του ψεύδη πάνω στην διαχωριστική γραμμή “παλαιό-νέο”. Το πρόγραμμα που υπεγράφη τότε μεταξύ κυβέρνησης και δανειστών έχει γνωστή ημερομηνία λήξης της 18η Αυγούστου του τρέχοντος έτους. Και το ερώτημα που τίθεται είναι το εξής:

Ο πολιτικός χρόνος της παρούσας κυβέρνησης εκπνέει αναγκαστικά και με τον χρόνο λήξης του μνημονιακού προγράμματος;

Με βάση τη θεσμική διάσταση, όχι απαραίτητα

Με βάση την πολιτική διάσταση, πιθανό πως ναι κι αυτό για τους εξής λόγους:

Με τη λήξη του τρέχοντος προγράμματος δεν λήγει ουσιαστικά ο χρόνος της παρούσας κυβέρνησης αλλά και του παρόντος πολιτικού συστήματος. Κι αυτό γιατί από το 2010 το πολιτικό μας σύστημα δομήθηκε πάνω στον άξονα “μνημόνιο-αντιμνημόνιο”, εκκινώντας αρχικά από την καταδίκη κάθετί μνημονιακού από Σαμαρά και Τσίπρα και καταλήγοντας στο ποιος έφερε και εφάρμοσε το καλύτερο μνημόνιο. Η παραπάνω διαιρετική τομή ισοπέδωσε την πολιτική διαδικασία, συσκότισε ιδεολογικές διαφορές, παραμόρφωσε ιστορικές καταβολές, επιφέροντας άφθονη σύγχυση γύρω από έννοιες, αξίες και πρόσωπα.

Και δυστυχώς, όσο απροετοίμαστο ήταν το πολιτικό μας σύστημα στην έλευση του μνημονίου, άλλο τόσο είναι απροετοίμαστο για την αποχώρησή του. Κι αυτό φαίνεται ξεκάθαρα από τη διάχυτη ανωριμότητα που επιδεικνύεται κατά καιρούς από τις δύο κυρίαρχες αυτή τη στιγμή δυνάμεις, τον ΣΥΡΙΖΑ και τη ΝΔ, όπου καθεμία απ αυτές πορεύεται με τις παρωχημένες διαχωριστικές γραμμές “αντι-ΣΥΡΙΖΑ”, “αντι-δεξιά”, βασιζόμενοι στη λογική “να φύγουν τώρα αμέσως γιατί ζημιώνουν τον τόπο” ή “να μην φύγουμε εμείς και να έρθουν αυτοί που ζημίωσαν τον τόπο”.

Σχεδόν από πουθενά δεν ακούγεται το τι θα γίνει στη μεταμνημονιακή Ελλάδα, η οποία σύμφωνα με τις εκτιμήσεις όλων των κρίσιμων παικτών της ευρωπαϊκής και διεθνούς σκακιέρας θα είναι παρούσα σε λίγους μήνες από σήμερα, ασχέτως των όρων, των προϋποθέσεων, της καθαρότητας ή μη αυτής της εξόδου. Από οικονομοτεχνικής άποψης το αν η έξοδος της Ελλάδας θα είναι καθαρή ή όχι έχει τη σημασία του, αλλά πολιτικά υπολείπεται ενώπιον του πραγματικού ζητούμενου

Που δεν είναι άλλο από την εμπροσθοβαρή προγραμματική αντιπαράθεση μεταξύ των πολιτικών δυνάμεων.

Έχουμε ακούσει τίποτε μέχρι σήμερα από τον ΣΥΡΙΖΑ για το πώς φαντάζεται την μεταμνημονιακή Ελλάδα; Όχι, παρά μόνο το πώς θα μαγειρέψει το εκλογικό σύστημα για να επιβιώσει εκείνος πολιτικά.

Μήπως έχουμε ακούσει κάποια συνεκτική και ολοκληρωμένη άποψη της ΝΔ για το πώς φαντάζεται εκείνη την μεταμνημονιακή Ελλάδα; Όχι, παρά μόνο την προτροπή να ψηφίσουμε Μητσοτάκη και με ένα χτύπημα των δακτύλων του να αλλάξουν όλα τα δεινά της συγκυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ.

Βέβαια ευθύνη, στο μερίδιο που του αναλογεί έχει και το Κίνημα Αλλαγής, αλλά έχει το άλλοθι (όχι για πολύ ακόμη) της απαιτητικής ενοποίησης ψυχής, φωνής και προγράμματος. Η προ μηνός πρωτοβουλία για τη συνταγματική αναθεώρηση ήταν προς τη σωστή κατεύθυνση, αλλά δεν αρκεί για την απεμπλοκή του από το δημοσιογραφικό ερώτημα “μετεκλογικά με τον ΣΥΡΙΖΑ ή με τη ΝΔ”. Έχει ειπωθεί πολλές φορές ότι ο χώρος αυτός διαθέτει ενδεχομένως το καλύτερο πολιτικό δυναμικό που μπορεί να συγγράψει ένα πειστικό αφήγημα μεταρρυθμίσεων, αλλά αν αυτό κωλυσιεργήσει κι άλλο ή καταλήξει σε μια πρόταση του ελάχιστου κοινού παρανομαστή, διεύρυνση της επιρροής του δεν πρόκειται να δει, με οποιοδήποτε εκλογικό σύστημα και σε οποιοδήποτε χρόνο διεξαγωγής των εκλογών.

Με βάση τα ανωτέρω, εμπροσθοβαρής προγραμματική αντιπαράθεση είναι σχεδόν αδύνατο να υπάρξει, ειδικά μέσω μανιχαϊστικών όρων που πρόκειται να επιβληθούν κυρίως από τους πρωταγωνιστές του καχεκτικού δικομματισμού.

Κάποιος λοιπόν πρέπει να την επιβάλλει

Γιατί πολύ απλά δεν γίνεται αλλιώς. Είναι απίθανο αυτή τη στιγμή να υπάρξει ένα πακέτο λύσης για την Ελλάδα, που θα συνοδεύεται από δάνειο και από μεταρρυθμίσεις. Το πολιτικό σύστημα για πρώτη φορά από τις εκλογές του 2009 θα κληθεί να απαντήσει σ’ ένα εντελώς διαφορετικό ερώτημα:

Που δεν θα έχει να κάνει με το ποιος θα διαχειριστεί τη μνημονιακή Ελλάδα ή το ποιος θα υποσχεθεί την βέλτιστη εκδοχή της αντιμνημονιακής.

Εντούτοις, όπως προαναφέρθηκε αμέσως παραπάνω, το πολιτικό σύστημα φαντάζει κι αυτή τη φορά οικτρά ανέτοιμο, εγκλωβισμένο και αυτοαναφορικό.

Σε περίπτωση που οι εκλογές γίνουν στην ώρα τους, όπως διαρρέεται τον Οκτώβριο του 2019, η Ελλάδα θα μείνει για έναν χρόνο μόνη της στις αγορές, χωρίς ολοκληρωμένο σχέδιο, με εξασφαλισμένο το πλάνο των περικοπών (συντάξεις-αφορολόγητο-πλεονάσματα 3,5% μέχρι το 2023), αλλά και με παρόντα τα φαντάσματα του πελατειασμού και του παλαιοκομματισμού. Η κυβέρνηση θα έχει έναν ολόκληρο χρόνο να μοιράσει το υπερμεγέθες πλεόνασμα περίπου όπως θέλει, ανοίγοντας τη βεντάλια των υποσχέσεων σε μια κρίσιμη μάζα ψηφοφόρων. Ταυτόχρονα, θα μένουν ανοιχτά μια σειρά από μείζονα θέματα όπως το Μακεδονικό και οι Ελληνο-τουρκικές σχέσεις, όπως και οι λογαριασμοί μεταξύ φίλων και εχθρών της κυβέρνησης, καθιστώντας το πολιτικό περιβάλλον τουλάχιστον τοξικό.

Σε περίπτωση που οι εκλογές γίνουν με τη λήξη του προγράμματος, επί παραδείγματι τον Σεπτέμβριο του 2018, δεοντολογικά φαντάζει η προσφορότερη επιλογή. Η κυβέρνηση που ψηφίστηκε για να εφαρμόσει το μνημόνιο που εκείνη έφερε, πρέπει να κριθεί από τον λαό όσο γίνεται σε καθεστώς ηρεμίας, τόσο οικονομικής, όσο και πολιτικής. Οι εθνικές εκλογές πρέπει να διεξαχθούν όσο γίνεται σε περιβάλλον σεβασμού της λαϊκής ετυμηγορίας και όχι φεστιβαλοποίησής της μέσω αλλεπάλληλων εκλογών που προγραμματίζονται για το 2019 (ευρωεκλογές, αυτοδιοικητικές, εθνικές). Οι βουλευτικές εκλογές είναι γιορτή της δημοκρατίας και όχι πανηγύρι και σ’ αυτό οι πολιτικές δυνάμεις οφείλουν να το επιβάλλουν συντεταγμένα και με σεβασμό προς το εκλογικό σώμα.

Προφανώς και υπάρχουν σοβαρά επιχειρήματα υπέρ της μιας και της άλλης άποψης. Το επιχείρημα για εκλογές τον Οκτώβριο του 2019 είναι ότι η Ελλάδα θα εκπέμψει ένα μήνυμα ασοβαρότητας αν διεξάγει εκλογές νωρίτερα. Το επιχείρημα για εκλογές εντός του 2018 είναι ότι έτσι κι αλλιώς μπαίνουμε από το φθινόπωρο σε μια προεκλογική χρονιά και πρέπει πάση θυσία να επαναληφθεί ένα νέο 2015 με τρεις εκλογικές αναμετρήσεις.

Καταληκτικά, το δίλημμα του πότε θα γίνουν οι εκλογές είναι πλασματικό κι αυτό γιατί:

Α) Μπαίνουμε σταδιακά σε μια προεκλογική χρονιά

Β) Τα μέτρα λιτότητας είναι ήδη ψηφισμένα (ποιος θα αναλάβει άραγε το βάρος να υποσχεθεί ότι θα τα μετριάσει, θα τα μεταθέσει ή θα τα ακυρώσει;)

Γ) Οι πολιτικές δυνάμεις είναι σχεδόν στο σύνολό τους απροετοίμαστες για την μεταμνημονιακή Ελλάδα, αναπαράγοντας τη ρητορική της μνημονιακής. Αυτός ο φαύλος κύκλος κάπως πρέπει να σπάσει, για να μην οδηγηθούμε σε ανάλογες καταστάσεις στο άμεσο μέλλον.

Πρέπει με άλλα λόγια οι υπεύθυνες πολιτικές δυνάμεις να τοποθετηθούν εδώ και τώρα για το αύριο της χώρας, ως μια ελάχιστη πράξη ευθύνης έναντι εκείνων από τους οποίους ζήτησαν θυσίες τα προηγούμενα οκτώ χρόνια.

Ίσως τελικά ήρθε η ώρα να επιλεγεί η βίαιη ωρίμανση έναντι της μακρόσυρτης ανωριμότητας..

Θα αλλάξει o Μπάιντεν την Ευρώπη;
Η απειλητική «σύνοδος» τριών ειδών πληθωρισμού
Ο «εκσυγχρονισμός» της γαλέρας
Διδάγματα και αποφάσεις της πανδημίας Covid-19
Κυβέρνηση Μητσοτάκη: Από το «θαύμα» με την ανεργία στην επίθεση κατά της εργασίας
Πώς θα αναπνεύσουν πάλι οι Δημοκρατίες