• Δευτέρα, 11 Δεκεμβρίου
  • 17:06

Αθήνα

15 oC

αίθριος καιρός

Στο μυαλό του Κώστα Λαλιώτη

Το έγκριτο δημοσιογραφικό portal TheCaller είχε 100 + 1 λόγους να φιλοξενήσει το άρθρο του Κώστα Λαλιώτη που πραγματικά τάραξε τα νερά αυτές τις ημέρες. Η δε εφημερίδα ΕΦΣΥΝ, που το αναδημοσίευσε, είχε τουλάχιστον ένα πολύ ισχυρό λόγο να το κάνει.

Γράφει ο Γιώργος Μεντζελίδης (mentzelidis.gr)

Με έναν ευφυώς κατασκευασμένο τίτλο «απέδωσε» στον Κώστα Λαλιώτη σκέψεις και παραινέσεις που δεν γράφτηκαν ποτέ… Κάποιοι μάλιστα «εκ των ένδον» της ΔΗΣΥ είπαν χαιρέκακα ότι το άρθρο Λαλιώτη υπήρξε βούτυρο στο ψωμί των καιροφυλακτούντων φιλοκυβερνητικών δημοσιογραφικών φερέφωνων.  Το λυπηρό είναι ότι τόσο οι απόψεις των ανθρώπων ΕΦΣΥΝ όσο και των ενδοπαραταξιακών αντιπάλων του κλίματος Λαλιώτη , ταυτίζονται. Και οι δύο πλευρές θεωρούν ότι το ευρύ σε έκταση άρθρο αποτέλεσε κείμενο γραμμής. Με άλλα λόγια και οι δύο πλευρές συμφώνησαν ότι το πολιτικό τέκνο του Ανδρέα Παπανδρέου πρότεινε στην αναμορφούμενη ΔΗΣΥ τη σύγκλιση και συνεργασία με τον ΣΥΡΙΖΑ. Αυτή όμως η ανομολόγητη και συγκυριακή συμφωνία ανάμεσα σε πολιτικά και ιδεολογικά αντιπαρατιθέμενες δυνάμεις , αυτές δηλαδή του ΣΥΡΙΖΑ όπως εκπροσωπούνται από την ΕΦΣΥΝ και αυτές από το χώρο της ΔΗΣΥ που ηγούνται και υπερασπίζονται με πάθος την πιο σκληρή αντιΣΥΡΙΖΑ γραμμή, είναι τουλάχιστον περίεργη….

Για την ΕΦΣΥΝ τα πράγματα είναι σαφή. Κρατώντας – εσκεμμένα φυσικά – το κείμενο ανάποδα, μετέφρασαν τον Λαλιώτη και συμπέραναν ότι δίνει γραμμή στη ΔΗΣΥ υπέρ της συνεργασίας με τον ΣΥΡΙΖΑ. Για τους εντός ΔΗΣΥ οπαδούς του μονομέτωπου αγώνα εναντίον του ΣΥΡΙΖΑ, ο Λαλιώτης και πάλι ενοχοποιήθηκε ως οπαδός και γραμμιτζής μιας φιλοσυριζαίκης προοπτικής της ΔΗΣΥ.

Μια προσεκτική όμως ανάγνωση του επίμαχου άρθρου οδηγεί μάλλον σε αντίθετες διαπιστώσεις. Οδηγεί σε συμπεράσματα πολύ μακριά από αυτά που επικαλούνται σκοπίμως όσοι έτρεξαν να επωφεληθούν, ο καθένας για τους δικούς του λόγους, από την παρέμβαση Λαλιώτη.

Καταρχήν, το πρώτο που έπρεπε να λάβουν υπόψη τους οι επικριτές και ερμηνευτές του Λαλιώτη, είναι ότι ο Λαλιώτης εκ θέσεως εκπροσωπεί, όχι αποκλειστικά φυσικά, τις ιδέες και την πολιτική του ιδρυτή του ΠΑΣΟΚ. Και θα έλεγα ότι αυτή η εκπροσώπηση είναι διαχρονικά τεκμηριωμένη και παγιωμένη στο πρόσωπο του Κώστα. Για την παλιά φρουρά των στελεχών του ΠΑΣΟΚ, και όχι μόνο,  ο Λαλιώτης είναι μέρος της ιστορίας και της συνείδησης του πάλαι ποτέ ισχυρού ΠΑΣΟΚ. Την ίδια στιγμή είναι ανάμεσα σε αυτούς, ίσως ο επί κεφαλής, που δέχτηκαν και δέχονται κατά καιρούς επιθέσεις για τα υπαρκτά και πολύ σοβαρά ανομήματα του κυβερνητικού ΠΑΣΟΚ. Αυτό ας το λάβουν υπόψη τους όσοι σήμερα εκ του ασφαλούς κραδαίνουν τη ρομφαία της ανανέωσης έχοντας όμως ελάχιστα έως καθόλου υποστεί την κριτική και τις επιθέσεις των αντιπάλων του ΠΑΣΟΚ. Άλλωστε τα τελευταία χρόνια αρκετοί παρεισφρήσανε στο ασθενικό ΠΑΣΟΚ επιτιθέμενοι κατά πάντων, επί δικαίων και αδίκων. Είμαι υποχρεωμένος , στο σημείο αυτό, να υπενθυμίσω, ότι ο Λαλιώτης υπήρξε ο υπ’ αριθμόν ένα πολιτικός κίνδυνος για τη ΝΔ και την οικογένεια Μητσοτάκη. Στο πρόσωπό του , οι πολιτικοί του αντίπαλοι, εκτός από την ευθεία επίθεση εναντίον του, προσπάθησαν με όλα τα μέσα , να πλήξουν ό,τι ο Λαλιώτης εκπροσωπούσε, δηλαδή τις ιδέες και το έργο του Ανδρέα Παπανδρέου. Πολλά μπορούν να ειπωθούν και άλλα τόσα να γραφτούν για το είδος και την ένταση της αντιπαράθεσης ανάμεσα στον Λαλιώτη και τη δεξιά παράταξη. Έχουν κατά καιρούς γραφτεί τόσο υπερβολές όσο όμως και σωστές διαπιστώσεις. Αυτή η …ιστορική πια αντιπαράθεση από μόνη της είναι αρκετή για να ερμηνεύσει τη σταθερή αντιδεξιά γραμμή του Λαλιώτη. Πέρα δηλαδή από τη ανάλυση της σημερινής συγκυρίας, πέρα από την ανάγκη διαμόρφωσης μιας σύγχρονης πολιτικής τακτικής, η ιδεολογική και πολιτική εμμονή του Λαλιώτη στη στρατηγική της διαρκούς διαφοροποίησης και αντιπαράθεσης με την παραδοσιακή δεξιά και τη σημερινή νεοφιλελεύθερη εκδοχή της, είναι ιδεολογικός και πολιτικός όρος με υπαρξιακές διαστάσεις για τη δημοκρατική παράταξη.

Είναι όμως αυτές οι επισημάνσεις αρκετές για να χαρακτηρίσουμε το κείμενο του Λαλιώτη ως κείμενο γραμμής υπέρ του ΣΥΡΙΖΑ ; Από πού τεκμαίρεται ότι η «αντιδεξιά γραμμή», που πράγματι διαχέεται στο σύνολο του κειμένου, σημαίνει ταυτόχρονα και πρόταση συνεργασίας της ΔΗΣΥ με τον ΣΥΡΙΖΑ ; Πουθενά στο κείμενο δεν είναι ορατό κάτι τέτοιο. Κανένας καλοπροαίρετος αναγνώστης δεν θα έφτανε σε ένα τέτοιο συμπέρασμα. Απεναντίας όσοι υποστηρίζουν το αντίθετο χρησιμοποιούν μια εντελώς απολίτικη, ατεκμηρίωτη και επικίνδυνη επαγωγική λογική του τύπου «αφού πλήττει τη ΝΔ τότε στηρίζει τον ΣΥΡΙΖΑ». Πέρα για πέρα λάθος. Αυτές οι μέθοδοι σκέψης στην πολιτική και τους όρους διαμόρφωσής της αφορούν μόνο όσους έχουν από ελάχιστη έως μηδενική συμμετοχή στη πραγματική πολιτική διαδικασία και κυρίως την πολιτική επικοινωνία.

Θα έλεγα όμως ότι αυτή η πολιτική αφαίρεση είναι η μία ερμηνευτική εκδοχή του όλου θέματος. Υπάρχει και η άλλη, αυτή που έρχεται να υπηρετήσει συγκεκριμένους σχεδιασμούς και …. πολιτικές προοπτικές. Τέτοιες μεθόδους και πρακτικές μετέρχονται οι θιασώτες της άποψης για (κυβερνητική;) σύγκλιση με τη συντηρητική παράταξη στο άμεσο μέλλον. Είναι μια συνταγή «δοκιμασμένη» της οποίας οι επιπτώσεις έχουν πολιτικά και πρακτικά καταγραφεί. Μένει όμως να αναλυθούν ενδελεχώς στο μέλλον ούτως ώστε να εξαχθούν τα απαραίτητα πολιτικά συμπεράσματα. Με άλλα λόγια , οι οπαδοί της άποψης για δεδομένη μετεκλογική συνεργασία με τη ΝΔ , θέλοντας να υπερισχύσουν εντός του παραταξιακού τοπίου, παρουσιάζουν και στηλιτεύουν την άποψη Λαλιώτη ως ένα τρισκατάρατο και φιλοσυριζαίικο αντίπαλο ενδοπαραταξιακό ρεύμα. Αυτή η προσέγγιση και η αντίστοιχη προπαγάνδα που ακολούθησε τη δημοσίευση του άρθρου, εξυπηρετεί απόλυτα το στόχο για οριοθέτηση αυτής της τάσης εντός και πέριξ των τειχών της ΔΗΣΥ…

Θα τολμήσω να ισχυριστώ ότι η «γραμμή Λαλιώτη» δεν κινείται ούτε στα όρια της λογικής των ίσων αποστάσεων. Αυτό θα ήταν ιδιαίτερα βολικό και για τον ίδιο. Κάτι τέτοιο ίσως βοηθούσε ώστε να κοπάσει ο «πόλεμος» που ξέσπασε μετά τη δημοσίευση του άρθρου. Η πολιτική των ίσων αποστάσεων από ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ εξασφαλίζει(;) σε μεγάλο βαθμό την προοπτική για μη συνεργασία με τον ΣΥΡΙΖΑ και εξυπηρετεί άμεσα όσους ούτως ή άλλως την επιδιώκουν. Όμως αυτή η πολιτική δεν πρέπει να είναι προϊόν τακτικισμού και πολιτικών οριοθέτησης, κομματικής και παραταξιακής επιβίωσης. Έχει και οφείλει να έχει σαφές ιδεολογικό και πολιτικό περιεχόμενο. Ο Λαλιώτης, για να δοθεί και μια έμμεση απάντηση σε όσους τον κατηγόρησαν για εσκεμμένη ασάφεια και έλλειψη καθαρότητας στις απόψεις του, ποτέ δεν θα πρότεινε, άμεσα ή έμμεσα , όπως άλλωστε αρέσκεται να κάνει, μια τεχνητή πολιτική ίσων αποστάσεων, αν δεν ήταν απόλυτα βέβαιος ότι μια παρόμοια πρόταση θα αποτελούσε ένα ιδεολογικό πλαίσιο και ένα γενικό μεσομακροπρόθεσμο πολιτικό σχέδιο.

Η απόσταση της Κεντροαριστεράς από τη συντηρητική παράταξη, με εξαίρεση την συγκυβέρνηση Σαμαρά – Βενιζέλου, προϊόν τραγικών συγκυριών για τη χώρα,   είναι ιστορικά και πολιτικά καταγεγραμμένη. Όμως η δημοκρατική διακυβέρνηση και προοπτική της χώρας δεν είναι δυνατό να αποτελεί μόνο και αποκλειστικά προϊόν συγκυρίας και πολιτικής τακτικής και ελιγμών. Αυτό που δεν φαίνεται να θέλει ο Λαλιώτης  είναι να «εκχωρήσει» εκείνο το μεγάλο τμήμα του εκλογικού σώματος, που κάτω από το βάρος μιας ζοφερής πραγματικότητας, βρήκε και επέλεξε τους λαϊκιστές του ΣΥΡΙΖΑ ως υποκατάστατο της δημοκρατικής παράταξης. Με αυτό ως δεδομένο και με την παραδοχή ότι η αναγέννηση και διεύρυνση της ΔΗΣΥ θα εξαρτηθεί από το εύρος της παλιννόστησης του δυναμικού της κυρίως από τον καταρρέοντα ΣΥΡΙΖΑ προς το μέρος της, υπενθυμίζει στο αμφιταλαντευόμενο εκλογικό δυναμικό , με εύγλωττο τρόπο, τις ιστορικές πολιτικές επιλογές του Ανδρέα Παπανδρέου, τη διαχρονική αξία και το προοδευτικό τους περιεχόμενο. Αποπειράται τελικά να επανενώσει τους πάλαι ποτέ αλλά και εν δυνάμει ίσως ψηφοφόρους της ΔΗΣΥ με το πρόσφατο πολιτικό τους παρελθόν,  οριοθετώντας δυναμικά , όπως ακριβώς πρέπει να προσεγγίζονται τα πολιτικά ζητήματα, την πορεία  ΔΗΣΥ.

Τελικά , εν όψει των εξελίξεων στη ΔΗΣΥ, απαντώντας στο ερώτημα σχετικά με το χαρακτήρα και την πορεία της παράταξης, επαναφέρει στο προσκήνιο την ιστορική και κύρια αντίθεση με τη ΝΔ και ορίζει το περιεχόμενο της ιδεολογικής και πολιτικής αντιπαράθεσης με τον ΣΥΡΙΖΑ μέσω της παρουσίασης των μεγάλων προοδευτικών μεταρρυθμίσεων από το 1981 έως το 2004. αφαιρώντας του στην ουσία το δικαίωμα να προσποιείται τον όψιμο εκπρόσωπο της δημοκρατικής πλειοψηφίας στη χώρα μας.