Αθήνα

21 oC

ελαφρές νεφώσεις

Hottest

Ενημέρωση σε…fast-forward!

Άννα Φόνσου: Μου έχει τύχει να μην έχω δουλειά και να φυλάω γάτες – Είμαι 90 plus (vid)

ΠΕΡΙΠΑΙΚΤΙΚΑ

Διαβάζουμε: Ευγενία Φακίνου, Τυφλόμυγα, 2000, Εκδόσεις Καστανιώτη

Η «Τυφλόμυγα» διαφέρει από τα επτά προηγούμενα μυθιστορήματα της Ευγενίας Φακίνου.

Κατ’ αρχάς είναι ερωτικό. Ύστερα εκτυλίσσεται κυρίως σε κλειστούς χώρους και όχι στην ύπαιθρο. Εν τούτοις θα αναγνώριζε κανείς το στυλ της και χωρίς να δει το όνομά της στο εξώφυλλο. Παραμένουν η εμμονή της με τα χρώματα, η περιποιημένη παρουσίαση των δευτεραγωνιστών και η καλλιέπειά της.

Κεντρική φιγούρα της Τυφλόμυγας είναι ο Σίμος, ένας γοητευτικός ζωγράφος που από καιρού εις καιρόν, όταν χάνει την έμπνευσή του, συνάπτει σχέσεις με νέες κοπέλες. Νομίζει ότι τις επιλέγει ο ίδιος ενώ αυτές βρίσκονται στον περίγυρό του με πρωτοβουλία της συζύγου του και της οικονόμου του σπιτιού. Οι δύο γυναίκες, η Αντρέα και η Άννα, γίνονται δορυφόροι της ζωής του, με τη μια να εκτοπίζεται στο περιθώριο και την άλλη να βιώνει τον έρωτα μόνο στη φαντασία της.

Συναντήσαμε την Ευγενία Φακίνου στο σπίτι της στο Χαλάνδρι.

Η ανοχή της απιστίας είναι γνώρισμα ωριμότητας σε μια σχέση;

«Για τους ήρωές μου είναι στάση και τακτική. Για μένα δεν είναι. Ας μην μπερδεύουμε τον συγγραφέα με τα πρόσωπα του βιβλίου».

Ποια ήταν λοιπόν η προβληματική σας;

«Τι κάνει τους ανθρώπους να υπομένουν χωρίς να εκλογικεύουν. Οι ήρωές μου συνεχίζουν τη ζωή τους σαν να μη συνέβη τίποτε. Στην πραγματικότητα δεν αλλάζει κάτι: δεν έχουμε κάθαρση ούτε ηρωική έξοδο ούτε παντιέρα της επανάστασης. Η σύγκρουση όμως τους βοηθά να καταλάβουν γιατί μένουν μαζί. Αυτή είναι η υπέρβαση».

Έχετε συναντήσει κάποιο αντίστοιχο τρίο;

 

«Το ζευγάρι το έχω δει πολλές φορές και έχω αναρωτηθεί γιατί αυτός ή αυτή ανέχεται τόσο πολλά».

Μπορούσε να μιλήσουμε για στάση των φύλων στο βιβλίο σας;

«Έχουν διαφορετική φιλοσοφία. Στη δεύτερη περίπτωση (σ.σ.: το ζεύγος Αλέξη – Ελένης) ο άνδρας που δέχεται την απιστία είναι πολύ συνειδητοποιημένος. Και η άλλη γυναίκα όμως η Αντρέα, ξέρει πολύ καλά τι κάνει. Θα έλεγε κανείς ότι έτσι τους προέκυψε η ζωή και συνεχίζουν χωρίς να αναρωτιούνται. Τα πράγματα ουδέποτε ξεκαθαρίζουν. Μια ειλικρινή συζήτηση δεν τη φτάνουν ποτέ ως το τέλος».

Μέσα σε μια σχέση οικειότητας τα άφατα δεν μοιάζουν με ειπωμένα;

«Για τις δύο γυναίκες, την Αντρέα και την Αννα, μια πρόταση αρκεί για να αποκαλυφθεί το μυστικό μιας ολόκληρης ζωής».

Την κατάληξη του τρίο την είχατε αποφασίσει προτού αρχίσετε να γράφετε το βιβλίο;

«Δεν θα μπορούσε να είναι διαφορετική, με αυτούς τους ανθρώπους, με τη συγκεκριμένη ψυχοσύνθεση».

Δεν σκεφτήκατε τη λύση του μη ρεαλιστικού;

«Είχα να παλέψω με πολλά πράγματα. Θα ήταν εύκολο να γλιστρήσω σε έναν μαγικό ρεαλισμό αλλά το θέμα δεν με άφηνε να ξεφύγω. Δεν με άφηνε να βρω τους δρόμους που ακολουθούσα τόσα χρόνια. Ο ρεαλισμός δεν ήταν ποτέ αυτό που επέλεγα. Μου άρεσαν οι αποδράσεις. Αποφάσισα όμως να παίξω με τους όρους αυτών των συγκεκριμένων ανθρώπων».

Προάγετε πολύ την έννοια του ζεύγους, της εσωτερικής σχέσης που δεν καταλαβαίνει ένας τρίτος.

«Αν το έχω καταφέρει, θα είμαι πολύ ευχαριστημένη. Είναι ένας ύμνος στο ζευγάρι, ακόμη και αν ο άλλος είναι στο μυαλό μας μόνο. Η Αννα (η οικονόμος) είναι ζευγάρι με τον Σίμο, έστω και στο μυαλό της. Αυτοί οι έρωτες επίσης έχουν μεγάλο ενδιαφέρον και εξαιρετική αντοχή. Αυτό έχει συμβεί σε όλο τον κόσμο κάποια στιγμή της ζωής του, σε άλλους για μικρό χρονικό διάστημα και σε άλλους για μεγαλύτερο. Αν υπάρχει και η απόσταση εξιδανικεύεται».

Δίνετε μεγάλη σημασία στους δευτεραγωνιστές. Οι ιστορίες τους είναι σαν ένθετα διηγήματα.

«Η Θωμαΐτσα στο Πήλιο είναι από αυτούς που θα έπαιρναν Οσκαρ δεύτερου ρόλου. Περνάει μια άλλη οπτική του ιδίου θέματος. Δείχνει πώς άντεξαν την απιστία πολύ σκληρά και εκδικητικά πολλές γυναίκες της επαρχίας που δεν είχαν άλλο τρόπο να την αντέξουν».

 

Χρησιμοποιήσατε επιστημονικά βοηθήματα για να καταγράψετε τα είδη των σχέσεων;

«Αυτή είναι η άλλη μου μανία. Εκτός από μυθιστορήματα ­ Ελλήνων και ξένων ­, διαβάζω πολύ τα «άλλα βιβλία»: ιστορία, αρχαιολογία, γεωγραφία. Ασφαλώς διαβάζω και ψυχιατρικά βιβλία και οτιδήποτε μπορεί να συνδράμει το θέμα που σαν σποράκι βρίσκεται στο μυαλό μου».

Τώρα που είπατε για γεωγραφία… Μιλάτε για την Κηφισιά, το Πήλιο,τον Θεσσαλικό Κάμπο, αλλά το μέρος όπου κορυφώνεται δραματουργικά το βιβλίο παραμένει άγνωστο, είναι «το νησί».

«Δεν ήθελα να το ορίσω. Δεν θα πρόσθετε κάτι. Το έχω βέβαια στο μυαλό μου, είναι η Υδρα. Ηταν ο πατέρας μου Υδραίος και το ξέρω πολύ καλά το νησί. Αλλά όταν σκέφτηκα ότι μπορούσε να είναι αναγνωρίσιμο, του έβαλα αυτοκίνητα. Αυτή τη φορά δεν ήθελα να ορίζονται οι τόποι. Στα προηγούμενα βιβλία μου καταγράφονται με ακρίβεια χιλιομέτρου».

Τους έχετε περπατήσει αυτούς τους τόπους;

«Ξέρω την Ελλάδα όσο λίγοι· υπήρξα ξεναγός για επτά χρόνια. Ενώ το ξεκίνησα για να πληρώνω τις σπουδές γραφιστικής, το έκανα με μεγάλο πάθος. Εχω κάνει από τις πιο δραματικές ξεναγήσεις στις Μυκήνες, όπου πήγαινα τους ξένους στην αίθουσα του λουτρού και τους έλεγα: «Εδώ εκτυλίχθηκε η τραγωδία, εδώ έγινε ο φόνος». Γι’ αυτό δούλευα πάντα με λίγους που είχαν την τρέλα να επικοινωνήσουν με τον τόπο».

Τα πρόσωπα τα γνωρίσατε ένα ένα; Πώς αρχίσατε να γράφετε το μυθιστόρημα;

«Τους ήξερα όλους από πριν, εννοώ τους ήξερα δραματουργικά. Δεν είμαι καθόλου του «ό,τι προκύψει». Ξεκαθαρίζω τους χαρακτήρες, γνωρίζω ακόμη και τις σεκάνς, έστω και αν αναιρεθούν πολλά πράγματα στην πορεία. Βέβαια είμαι περισσότερο συγγραφέας της περιπλάνησης, της υπαίθρου. Και άλλων χαρακτήρων συγγραφέας. Στην «Τυφλόμυγα» οι ήρωες είναι των εσωτερικών χώρων, χαμηλών τόνων, χωρίς εκρήξεις. Δεν μου ταιριάζουν, γι’ αυτό και τους είδα ως άσκηση, ως πρόκληση».

Από την ημέρα που σκεφτήκατε την ιστορία ως τη στιγμή που εκδώσατε το βιβλίο πόσος καιρός μεσολάβησε;

«Δώδεκα χρόνια. Το θέμα το είχα, δεν το έβρισκα όμως της ιδιοσυγκρασίας μου. Οταν κάποτε με ρώτησαν γιατί δεν έχω γράψει ένα ερωτικό μυθιστόρημα, το δικαιολόγησα κάπως εκείνη την ώρα, μετά όμως αναρωτιόμουν: «Τι με κάνει να το αποφεύγω, τι φοβάμαι, έχω κάποιο πρόβλημα;». Αρα ήταν και μια πρόκληση».

 

Πώς δουλέψατε σε αυτό το διάστημα; Κρατούσατε σημειώσεις;

«Οχι. Δεν το σκεφτόμουν συνέχεια, είχα όμως την απορία «γιατί κάθεται αυτή η γυναίκα με αυτόν και είναι και ευχαριστημένη;». Αναρωτιόμουν για έναν φίλο μου που είναι πολύ συγκροτημένο άτομο και ανέχεται μια προσβλητική συμπεριφορά από τη γυναίκα του. Πώς είναι δυνατόν, τι τρέχει; Και τελικά αυτό που τρέχει είναι ότι οι σχέσεις των ανθρώπων δεν είναι άσπρο-μαύρο. Εξαρτάται από το τι δίνει κανείς σε μία σχέση, τι είναι διατεθειμένος να αντέξει και για ποιους λόγους».

Αν και το θέμα είναι «πιασάρικο», αντιμετωπίζετε με απαξία την εμπορική επιτυχία. Δεν θέλετε να χαρακτηριστεί το βιβλίο σας best seller.

«Επειδή πολύ εύκολα και πολύ άδικα με κατέταξαν σε αυτά. Η Αστραδενήέφθασε τις 80.000 μέσα σε 20 χρόνια».

Οπότε είναι long seller.

«Θα ήθελα να μου το αναγνωρίσει κάποιος αυτό. Πίστευα πάντα ότι τα βιβλία μου δεν έχουν τις ευκολίες ενός μπεστ σέλερ. Είναι ευκολία να κολλήσεις μια ετικέτα σε κάποιον και να τελειώνεις. Το έχουν πάθει και ο Ξανθούλης και ο Μουρσελάς. Χαίρομαι όμως όταν μια κριτική έχει τις επιφυλάξεις της, ακόμη και αν με χτυπά. Η Μάρη Θεοδοσοπούλου, ο Δημοσθένης Κούρτοβικ και ο Παντελής Μπουκάλας σε ορισμένες κριτικές τους είχαν κάποιες επιφυλάξεις, δεν απέρριψαν όμως ολοκληρωτικά το βιβλίο. Αυτές οι κριτικές για μένα ήταν εποικοδομητικές γιατί μου έδωσαν την ψυχρολουσία για να σκεφθώ πέντε πράγματα».

Υπάρχει «υψηλή» και «κακή» λογοτεχνία;

«Δεν είμαι ειδική για να απαντήσω. Αυτό που ψάχνω είναι η πρόθεση του συγγραφέα. Αν έχει κάτι που τον βασανίζει και θέλει να το βγάλει από πάνω του με τίμιες προθέσεις, δεν κάνω ποιοτικό ξεκαθάρισμα. Αλλά θα θυμώσω αν καταλάβω ότι κάποιος έγραψε επί τούτου ένα βιβλίο για να κάνει τη μεγάλη επιτυχία».

Υπάρχει τέτοια συνταγή;

«Κανονικά όχι. Υπάρχει όμως η πρόθεση «θα το γράψω και θα σπάσει κόκαλα». Αυτός δεν είναι καλός οδηγός».

Εσάς ποιος είναι ο οδηγός σας;

«Να προσεγγίσω με τον καλύτερο δυνατόν τρόπο αυτό που είναι τόσο ασαφές στο μυαλό μου. Η δική μου χαρά είναι η χαρά της ημέρας. Να τελειώσω τις 10-12 σελίδες και να πω: «Είμαι ευχαριστημένη». Μετά, όταν τελειώσει, αρχίζει η μεγάλη αγωνία. Γιατί έχω τεράστιες ανασφάλειες και ανάγκη για αποδοχή».

Η ζωή πάντως φαίνεται να σας φέρθηκε γενναιόδωρα…

«Η διαφορά στο φαίνεσθαι και στο είναι είναι πολύ σημαντική για τον συγγραφέα και για το γράψιμό του. Διακρίνω στα κείμενα των άλλων ποιοι γράφουν για να ξορκίσουν κάτι και ποιοι γράφουν επειδή τους είναι πιο εύκολο».

Εσείς εξορκίσατε κάτι με το γράψιμο;

«Γλίτωσα από πολλά δεινά. Η Αστραδενή ήταν το αποτέλεσμα μιας πολύ δύσκολης εποχής και έχω την αίσθηση ότι και ο βιασμός της ήταν σύμβολο μιας μεγάλης δυσκολίας και ενός πολέμου που είχαμε να ξεπεράσουμε».

Η συγγραφή είναι επάγγελμα ή χόμπι;

«Δεν την αντιμετώπισα ποτέ ως χόμπι γιατί δεν διασκεδάζω· γράφω δύσκολα και δεν καταλαβαίνω γιατί συνεχίζω. Ολο αυτό το άγχος το σωματοποιώ και μου βγαίνει με πολλές ασθένειες αλλά δεν μπορώ να το παρακάμψω. Υπήρξα ένα μοναχικό παιδί και ζούσα σε ένα πολύ μεγάλο σπίτι στην Κυψέλη. Ο πατέρας μου ταξίδευε, η μητέρα μου εργαζόταν και είχα μεγάλη διαφορά ηλικίας με την αδελφή μου. Είχα ανάγκη να μυθοποιώ την καθημερινή ζωή για να μπορώ να τα βγάζω πέρα. Ηθελα παρέα και αφού δεν είχα την επινοούσα. Από τότε έχω διαρκώς έναν εσωτερικό διάλογο».

 

 

Τσίπρας για Μυκήνες: Η στάση της κυβέρνησης προκαλεί οργή
Ο Γεωργιάδης στο «Ελληνικό»: Πάνε όλα γρήγορα και όπως τα θέλαμε
Πάρε τον ΕΟΤ στα χέρια σου
Σπίτι όσο χωρείς, πεζούλα όσο θωρείς
Το φίδι αλλάζει δέρμα την άνοιξη
Η Στρεβλή Δημοκρατία των Αθηνών