Αθήνα

13 oC

ελαφρές νεφώσεις

«Μια ποίηση ομιλούσα την ζωγραφική»: Κριτική για το βιβλίο «Ποιος σκότωσε τον θεό του έρωτα;»

Το βιβλίο «Ποιος σκότωσε τον θεό του έρωτα;» των συγγραφέων Δημήτρη Τζουβάλη & Αρσινόη Σερμιντζέλη κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Αρμός» και όπως γράφει στην κριτική της η Ιφιγένεια Παραστατίδου «το βιβλίο αυτό, είναι ένας λυρικός ύμνος, ένα χορικό ,μια ποίηση ομιλούσα την ζωγραφική, ένας πλοηγός αγάπης  και ένας ανθόκηπος όπου διαλέγεις τα πιο λαθραία όνειρα».

Αναλυτικά όσα γράφει η Νομικός - Γραμματέας του Ελληνικού Τμήματος της Διεθνούς Ένωσης Φίλων Νίκου Καζαντζάκη ( ΔΕΦΝΚ) και μέλος της Ένωσης Λογοτεχνών Βορείου Ελλάδος Ιφιγένεια Παραστατίδου για το βιβλίο των Τζουβάλη & Σερμιντζέλη:

«Χαίρομαι, γιατί κάθε φορά που οσμίζομαι, πως στον λογοτεχνικό ορίζοντα υπάρχει ένα αυθεντικό υλικό γραφής και μυθιστορίας συμπορεύομαι πνευματικά και ακολουθώ «το σώμα των ιδεών» του συγγραφέα, αυτό που ιαματικά  παρηγορεί  την δρώσα δύναμης  της ψυχής. Η απαράμιλλη τέχνη της λογοτεχνίας χρωματίζει

Είμαι ιδιαίτερα ευγνώμων, γιατί έπλευσα με τους συγγραφείς στα πέλαγα, αγκυροβόλησα σε στεριές απερίγραπτου κάλλους, ανέβηκα στα βουνά για ν΄ αναπνεύσω θυμάρι και να βλεφαρίσω τον ελλέβορο, είδα τον ήλιο να λαμπυρίζει μέσα από τις φυλλωσιές των λιόδεντρων, κατέβηκα σε κάμπους για να ειρηνεύσω με αγριολούλουδα και… χαίρομαι, γιατί με την ντοπιολαλιά των ανθρώπων προσκύνησα «τα μυστικά και ψέματα της ζωής.»

Άρχισα αργά την ανάγνωση και ευθύς «εισήλθον ύδατα έως ψυχής μου». Η καλλιέπεια της γραφής ένα δοξαστικό της ελληνικής γλώσσας.

Λόγος λιτός και ευθύβολος. Λυρικός με επινοητική δεξιότητα.

Από τις πρώτες σελίδες , είχα ένα αίσθημα και ένα προαίσθημα.

Το αίσθημα της ποιητικής δραστικότητας των συγγραφέων και το προαίσθημα, πως θα συλλέξω θησαυρούς αληθινούς για την ιστορία της πατρίδας μου.

Δεν είναι εύκολο να περιγράψεις την συγκίνηση της ανάγνωσης. Αυτό είναι μια κατάσταση  βιωματική. Πολλές φορές η ανάγνωση ανατρέχει στις δικές σου μνήμες και ανασκαλεύει με καταλυτική τόλμη το πολυθαύμαστο  της ψυχής. Τόσο των αρετών όσο και των δακρύων.

Το βιβλίο αυτό,  θα το χαρακτήριζα ένα «αισθαντικό βιβλίο» για  εραστές της ζωής ή ένα ερωτικό ανθολόγιο γνώσης της ιστορίας και της παράδοσης. Οι συγγραφείς ενώ είναι δυο, συλλειτουργούν ως «ένας» , σε ένα κλίμα αμοιβαιότητας και συνωμοτικότητας με συνθετική ικανότητα και λογοπλαστική  δεινότητα, διακονώντας  επαξίως την αρχαιοελληνική ρήση «εν το παν».

Αφήγηση που αποπνέει ελληνικότητα, γιατί συνθέτει την γλώσσα με την ντοπιολαλιά, τα ήθη με την παράδοση .Το κάλλος του αρχαίου ως αδιάλειπτη συνέχεια του νέου. Με γραφή παραμυθητική και εύπλαστη, μεταφέρεται ο αναγνώστης άλλοτε ως θεατής και άλλοτε ως ήρωας σε σκηνικά  μιας ανελλιπούς και επανερχόμενης επιθυμίας…να ζήσει!

Να ζήσει τον έρωτα σε κάθε του μορφή .Να κρυφομιλήσει τα άλγη του και να ενοικήσει την αγάπη  μέσα του, με καταγραφές συναισθημάτων που τον προτρέπουν  σε μια διαρκή συνομιλία με τους συγγραφείς. Και όσο περισσότερο η τέχνη του λόγου πυκνώνει σε νοήματα και πλοκή, τόσο περισσότερο η αλήθεια είναι ένας ανείπωτος θρηνητικός ψίθυρος.

Οι προσωπικότητες των ηρώων του μυθιστορήματος, άνθρωποι που η μοίρα ή ζωή τους ώθησε να επιλύσουν τους γόρδιους δεσμούς του ασυνείδητου, γίνονται θύματα και θύτες του έρωτα ως αλληγορία.

Άλλοτε τον υμνούν και άλλοτε τον σφάζουν. Η οπτική ενάργεια των συγγραφέων υπερνικά  έριδες και μικρότητες, προκαταλήψεις και θέσφατα και ειρηνεύει τα εσώτερα πεδία της καρδιάς. Είναι κάτι που το συναντάμε σε πολλές σκηνές της καθημερινότητας των ηρώων.

Με εικονοποιητική γραφή τοπίων που αποπνέουν ελληνική ομορφιά και χάρη, οι συγγραφείς, μας προσκαλούν σε ένα  οδοιπορικό από τους τρίσβαθους αιώνες των προγόνων μας μέχρι σήμερα.

Ένας ούριος άνεμος και μετά καταιγίδα. Αυτό είναι το όμορφο σκηνικό των εναλλαγών της φύσης.  Και μετά την καταιγίδα τα ουράνια τόξα των ανθρώπινων ψυχών που ζουν «φωτοευαίσθητα» και οικειώνονται την απελπισία «εξ ανάγκης».

Η γραφή και η πλοκή είναι τα κύρια χαρακτηριστικά ενός μυθιστορήματος. Αν καταφέρει ο συγγραφέας να μεταφέρει όλα τα αγωνιακά του ερωτήματα με αμεσότητα και αισθαντικότητα, κατά την γνώμη μου, έχει επιτελέσει την πρώτη του παιδαγωγική αποστολή.

Την αποστολή της αιτιώδους αρχής της ύπαρξης. Την ελευθερία να νιώσεις και να διεγείρεις και τα δικά σου σπαράγματα.

Η πλοκή είναι το στοιχείο που ακολουθεί. Αν είναι συναρπαστική και μυστήρια, δραπετεύει το νου ,κυριεύει τη φαντασία και κρυσταλλώνει ενοραματικά το συγγραφικό ανάκρουσμα.

Αυτά τα υφολογικά χαρακτηριστικά έχει το έργο που ποίησαν οι συγγραφείς μας.

Το μυθιστόρημα τοποθετείται  σκηνικά   στην επαρχία της Βοιωτίας, στην κοιλάδα του αρχαίου Φωκικού Μεδεώνα, περιοχή της μονής του Οσίου Λουκά, στη βόρεια ακτή του Κορινθιακού κόλπου.

(2)

Το 1960 η κυβέρνηση της Ελλάδας και η γαλλική εταιρεία Πεσινε υπέγραψαν μια αποικιοκρατικού χαρακτήρα σύμβαση για την δημιουργία εργοστασίου παραγωγής αλουμινίου.

Η μεγάλη αυτή επένδυση, με πρόσχημα την εκβιομηχάνιση της χώρας , επέφερε τεράστιες πολιτικές, οικονομικές εξελίξεις αλλά οδυνηρές ανατροπές στο κοινωνικό σώμα.

Η οικονομική ευμάρεια, προκάλεσε ανακατάταξη των κοινωνικών τάξεων και επικέντρωσε τον νοηματικό ορίζοντα της ζωής στην κατάκτηση του πλούτου και των διακρίσεων.

Η αλλαγή αυτή είχε επίπτωση στα ήθη και στις συμπεριφορές των ανθρώπων, με τρόπο που ανατάραξε την πολιτισμική τους ταυτότητα. Κάθε μνήμη από το παρελθόν θυσιάστηκε για το «ανίσκιωτο» φαινομενικά αλλά με την πάροδο του χρόνου ερεβώδες μέλλον.

Επέφερε και έναν διχασμό. Οι αυτόχθονες κάτοικοι της γύρω περιοχής λειτουργούσαν σαν όμορα εχθρικά κράτη. Η ανέχεια κάποιων φάνταζε εντονότερη δίπλα στην αφθονία των άλλων.

Η Αντίκυρα, το Στείρι, το Κυριάκι, το Δίστομο, η Αράχοβα, η Δεσφίνα έβγαλαν τα ξίφη τους να προασπίσουν τα οικονομικά τους συμφέροντα, πληγώνοντας την ιστορία μια πατρίδας που ακόμη είχε τη μοσχοβολιά του χαμομηλιού και την λάμψη του ήλιου  στα χρυσαφένια της απομεσήμερα. Ήταν η αδικία της ιστορίας ή η μικρόψυχη αντίληψη του νεοέλληνα, ό,τι τα πάντα κινούνται γύρω από αυτόν?

Η έκπτωση οράματος, η ανελέητη ροή του χρόνου, η ματαίωση του ονείρου, ο ακατανόητος κόσμος και η ερωτική ερημιά  στοιχειώνουν τον αναγνώστη, που ακροβατεί στο δίπολο: έρωτας και θάνατος.

Ο ήρωας του μυθιστορήματος, ο Αλέξανδρος, αναζητά την ταυτότητά του μέσα από τις καταγωγικές του ρίζες και στην αγωνιώδη πορεία του να αποκαλύψει τον δολοφόνο του πατέρα του, καταδύεται στον εαυτό του, ξαναζεί τον αβυσσαλέο πόνο της απώλειας, αναπολεί τη ζωή αλλιώς, σχοινοβατεί ανάμεσα στο θυμό και στη λήθη αλλά επιμένει, γιατί η αλήθεια έχει αντοχή!

Καθώς ο αναγνώστης βρίσκεται στη λέμβο της αγωνίας των δρώμενων που εξελίσσονται σαν σκηνικό αρχαίας τραγωδίας, αναμετριέται με

(3)

τους μικρούς ήρωες, που είναι οι καθημερινοί άνθρωποι μια άλλης Ελλάδας, τότε που το γιασεμί μοσχοβολούσε γιασεμί και το μπλε του Αιγαίου το υμνούσαν ο Ελύτης και ο Γκάτσος.

Και ενώ κάποιες στιγμές φιλιώνεται ο νους και η καρδιά των ανθρώπων, κι άλλες στιγμές ξυπνά «το θεριό που έχει μέσα του», όπως έλεγε ο Καζαντζάκης, έτσι και η ψυχή του όμορφου Αλέξανδρου, μεταμορφώνεται, παραμορφώνεται και μορφώνεται σαν Βυζαντινή Αγιογραφία. Στην κατακλείδα, συμφιλιώνεται με όλους και με όλα και απολαμβάνει στο χοροστάσι του πανηγυριού τους κυκλικούς χορούς με το βακχικό επιφώνημα ευοί-ευάν!(υγίαινε ή χαίρε).

Ο ήρωας, στο βιβλίο αυτό, είναι ο δρομοδείχτης  πολλών ανθρώπων.

Θα διακινδυνεύσω μια εικασία, ό,τι το βιβλίο αυτό είναι ένας από τους καρπούς των ερώτων των δυο συγγραφέων.

Ο τρόπος που συγγράφουν, έχει πολλά στοιχεία που στηλιτεύουν τα ήθη μια εποχής, όπου η κοινωνική κατακραυγή και ο συντηρητισμός, έπληττε  τις ευάλωτες κοινωνικές ομάδες, όταν δεν επεδείκνυαν  την πρέπουσα κοινωνική συμπεριφορά, όπως για παράδειγμα, το να έχει γεννηθεί παιδί εκτός γάμου. Τότε, τόσο η γυναίκα όσο και το παιδί εισέπνεαν το δηλητηριώδες έρεβος της κοινωνικής απομόνωσης.

Όπως είναι φυσικό, πλήρωναν  ακριβά το τίμημα των κοινωνικών στερεότυπων.

Το βιβλίο, έχει επίσης πολλά στοιχεία που προκαλούν τον αναγνώστη να αναζητήσει τον άνθρωπο μέσα του. Έχει στοχασμό και πολλά παραθέματα, κάτι σαν φιλοσοφικά διαμαντάκια, θα έλεγα.

Με συγκινεί ιδιαίτερα, όταν στην γραφή ενυπάρχει το δέος και το χρέος.

Το δέος, είναι ο σεβασμός σ΄ αυτούς που πέρασαν και άφησαν ανεξίτηλα αποτυπώματα πολιτισμού στη γλώσσα και στη γνώση.

Το χρέος, είναι ο προορισμός. Το όραμα και η συνέχεια του δέους.

(4)

Είναι μια υπέρβαση του μπορώ. Είναι η τρισόλβια στιγμή, όπου φεύγεις για το μεγάλο ταξίδι αφήνοντας   για τους ερχόμενους,  «το εσωτερικό σου ορυχείο».

Γράφεις για να πεις την δική σου ιστορία. Ερανίζεσαι τις λέξεις και τις σκέψεις πολλών προγόνων και καταθέτεις το δικό σου προσωπικό στίγμα.

Είμαι λοιπόν  πεπεισμένη, πως οι συγγραφείς έχουν και τα δυο στοιχεία. Και δέος και χρέος.

-Ξεκινούν ερευνητικά (700 συνεντεύξεις) από κατοίκους της περιοχής, και πλάθουν μύθους με τις ιστορίες τους. Επομένως, είναι δημοσιογράφοι.

-Στη συνέχεια, γίνονται λαογράφοι, αφού έχουν την  ικανότητα να δίνουν στοιχεία της παράδοσης, με γλαφυρό τρόπο.

-Γνωρίζουν αρχαία ιστορία και μύθους έχοντας την αγλαή επίδραση των φιλοσόφων της αρχαίας Ελλάδας.

-Είναι ψυχογράφοι. Αναλύουν χαρακτήρες των ηρώων, διεισδύουν στον ψυχισμό τους, άλλοτε τους προσάπτουν πλήθος αδυναμιών και παθών και άλλοτε τους εξυμνούν, έτσι για την δικαιοσύνη της κάθαρσης. Σκοπός της τέχνης είναι η κάθαρση κατά τον Πυθαγόρα.

Να μου επιτραπεί να προσθέσω, πως σκοπός της τέχνης είναι να φέρει τον άνθρωπο πιο βαθιά στο μέσα του και να δει αγαπητικά τόσο τον ίδιο όσο και τα πρόσωπα των άλλων. Ο ρόλος ενός  συγγραφέα, είναι να δείχνει ότι «ο βασιλιάς είναι γυμνός», τόσο στο αξιακό σύστημα όσο και στο «ένδον.» Εκεί, μπορεί να σμιλέψει την σκέψη του αναγνώστη και να διευρύνει τους ορίζοντες της ψυχής.

Είναι χρεία να στρέφουμε την προσοχή μας «στο μέσα πλούτος» που έλεγε ο Σολωμός. Οι συγγραφείς μας, το κατάφεραν αυτό με μαεστρία και κεντώντας τις λέξεις, που δίνουν τροφή για σκέψη ευφρόσυνη ή στοχαστική. Να σας παραθέσω κάποιες που με συγκίνησαν.

Ρωτάει ο Αλέξανδρος στη μητέρα του: «όλοι οι φίλοι μου έχουν το χωριό τους, το δικό μας χωριό ποιο είναι ?»

-Μάζευε αχόρταγα και αποθήκευε στο μυαλό του πληροφορίες. Ό,τι αφορούσε τον τόπο καταγωγής των γονιών του, το αναζητούσε ,το καταχωρούσε.

-Όταν μου τηλεφωνείς εσύ, το τηλέφωνο δεν κουδουνίζει, παίζει μουσική, που μόνο εγώ ακούω..

-Ο Μάρτης έχει δύο γυναίκες. Μια καλή και όμορφη και μια άσχημη και στριμμένη, του έλεγε η γιαγιά του. Όταν πλαγιάζει με την όμορφη είναι χαρά Θεού. Όταν πλαγιάζει με την άσχημη ,κλαίει και οδύρεται και παγώνει τον κόσμο.

-Να σέβεσαι τους σπόρους Αλέξανδρε είναι τα παιδιά των δέντρων.

-Η μεγαλύτερη αρετή του ανθρώπου είναι να ακούει το συνάνθρωπο, να έρχεται στη θέση του, να τον κατανοεί και να έχει τη δύναμη να συγχωρεί τα ακούσια σφάλματά του

-Πώς να με αγαπήσουν οι απόντες?

-Οι άνθρωποι δεν έχουν  όλοι ανακαλύψει την αγάπη μέσα τους. Αυτό δεν σημαίνει πως δεν έχουν αστείρευτα κοιτάσματα αγάπης στις καρδούλες τους. Όταν την βρίσκουν, μεταμορφώνονται, γίνονται πλάσματα τρυφερά και αξιολάτρευτα.

-αγάπη δίνεις αγάπη θερίζεις.

-Ερως ηδύς. Νικηφόρος έρως.

-Εγώ τρεις αποδείξεις έχω για την ύπαρξη του Θεού. Τη γυναίκα, τη γυναίκα ,τη γυναίκα.

Αυτά και πολλά άλλα δίνουν στον αναγνώστη την αίσθηση της διανοητικής υπεροχής και του θαύματος, τόσο της γραφής όσο και της ανάγνωσης.

Το βιβλίο αυτό, είναι ένας λυρικός ύμνος, ένα χορικό ,μια ποίηση ομιλούσα την ζωγραφική, ένας πλοηγός αγάπης  και ένας ανθόκηπος όπου διαλέγεις τα πιο  λαθραία όνειρα. Αυτά που αφουγκράζεσαι μόνος σου και αυτά που κοινωνείς με τους άλλους.!

Ένα μέγιστο ευχαριστώ στους συγγραφείς και πολλή ΑΓΑΠΗ σε όλους μας!».

Send this to a friend