• Παρασκευή, 21 Σεπτεμβρίου
  • 05:15

Εκείνος ο υπέροχος Αύγουστος με το βαρύ λογαριασμό…

Ο Μένιος Σακελλαρόπουλος κάνει βουτιά στο χρόνο και θυμάται τη 13η Αυγούστου 2004, τότε που η Ελλάδα είχε… ανατριχίλα!

Έτρεχε ο θεριστής Αύγουστος να απλώσει το μεγάλο φεγγάρι του, να διώξει μακριά τις παχιές του μύγες, να βγάλει τις καλύτερες δαντέλες του, να φέρει κολιούς –κάθε πράγμα στον καιρό του- να προσφέρει τα ζουμερά του φρούτα, να γεμίσει τον κόσμο με τις ευωδιές και τα καλούδια του.

Κι όλοι τ’ αφήναμε στην άκρη, εκστασιασμένοι από τη μέρα, Παρασκευή και 13, ποιος νοιάζεται για προλήψεις.

Άρχιζαν οι Ολυμπιακοί Αγώνες της Αθήνας, κι είμαστε πλούσιοι σε συναισθήματα, πολλοί δε και στην τσέπη, λεφτά υπήρχαν, πλαστικά και κανονικά.

Κι υπήρχε ενθουσιασμός, ακόμα και πειθαρχία, ναι! Είχαμε στην Κηφισίας ολυμπιακή λωρίδα κι ο Έλληνας τη σεβάστηκε, έμοιαζε με θαύμα!

Οι κυράδες-μανάδες έφτιαξαν από νωρίς το φαγητό, να είναι ήρεμες και να καθίσουν στον καναπέ να δουν την τελετή έναρξης, να μυρίσουν Ελλάδα από το «κουτί».

Αυγουστιάτικη μύγα δεν κυκλοφορούσε στους δρόμους, όλοι συνδεδεμένοι με την έκσταση, πρώτη φορά μύριζε τόσο πολύ η χαρά. Ήταν το όνειρο που μοσχοβολούσε, ήταν η αίσθηση της δικαίωσης: οι Ολυμπιακοί Αγώνες στο λίκνο τους.

Κι ανατρίχιασε η πλάση με το συγκλονιστικό ζεϊμπέκικο του Σταύρου Ξαρχάκου, θεία μουσική για την έναρξη, άναυδος και δακρυσμένος ο κόσμος, χόρταινε εικόνα και ήχο κι ελληνικό θαύμα. Γιατί ναι, των Ελλήνων οι κοινότητες φτιάχνουν άλλο γαλαξία.

Και όντως πλημμύρισε ο γαλαξίας από τον ήχο των μπουζουκιών του Ξαρχάκου, ζήλεψε ο Θεός Απόλλωνας.

Πλημμύρισε από τον συγκλονιστικό ήχο των τυμπάνων, από το φως του φεγγαριού, στις ομορφιές της η Αρχαία Ολυμπία, περήφανη και καμαρωτή, αιώνιο λίκνο.

Το ελληνικό φως και το γαλάζιο, το νερό κι η φωτιά, δέος από τους φλεγόμενους Ολυμπιακούς Κύκλους, το χάρτινο καραβάκι στο κέντρο, που το οδηγούσε ένα μικρό αγόρι και το ταξίδευε στο όνειρο.

Δέος όλα. Ο φωτεινός κένταυρος που με το ακόντιό του στόχευε στο κυκλαδικό ειδώλιο που έκανε την εμφάνισή του κι ύστερα διασπάστηκε πρώτα σε Κούρο και στη συνέχεια στον Ερμή του Πραξιτέλους.

Δέος κι η βόλτα της ιστορίας. Από το μινωικό πολιτισμό στο Χρυσό αιώνα του Περικλή, από την ελληνιστική εποχή στο μεσαιωνικό Ελληνισμό και από τον αγώνα για την Ελευθερία στους νεώτερους ελληνικούς χρόνους.

Μιλούσαν τα τύμπανα της ειρήνης και της χαράς όσο έλεγαν την ιστορία. Ύμνος στην ομορφιά και τον άνθρωπο, που όλα τα μπορεί. Ύμνος στην αγάπη και τον έρωτα.

Κι ύστερα η φιγούρα μίας εγκύου γυναίκας, παντοτινό σύμβολο γονιμότητας και ελπίδας για το μέλλον. Πριν βουτήξει στο νερό, ο Έρως της αφαίρεσε τα ρούχα και ένας προβολέας φώτισε την κοιλιά της. Μαζί της έπεσαν στο νερό οι ερμηνευτές, ξεγυμνωμένοι από τα κοστούμια τους. Το βιβλίο της ζωής άνοιξε ξανά, με τη μορφή ενός αστερισμού στο σχήμα του DNA, μέσα σε γαλαξία τον οποίο σχημάτιζαν οι φακοί στα χέρια των θεατών στις σκοτεινές κερκίδες.

Κι ύστερα η απογείωση των βράχων, που σχημάτισαν ένα βουνό, από το οποίο φύτρωσε η ελιά, το στήριγμα της ελληνικής γης.

Έκλαιγε ο κόσμος στις εξέδρες αλλά και μπροστά στις τηλεοράσεις, έκλαιγαν τα πενήντα μπουζούκια, τρεμόπαιζε από συγκίνηση το φως κι η λίμνη που φύτρωσε στην καρδιά του Σταδίου.

Κι ύστερα, μετά την περηφάνια;

Ήρθαν του κάτω κόσμου τα πουλιά και τα παγώνια, αυτά που είχαν κεντήσει τις φορεσιές.

Γιατί όταν κύλησαν τα χρόνια, ήρθαν μαζεμένες οι πίκρες, η ύφεση, τα μνημόνια, η ανεργία, η φτώχεια, το ανάθεμα.

Α, κι ο σκληρός λογαριασμός.

Σύμφωνα με το πρακτορείο Reuters, οι Ολυμπιακοί Αγώνες της Αθήνας κόστισαν στην Ελλάδα 8,22 δισ. Ευρώ (11 δισ. δολάρια), ποσό διπλάσιο σε σχέση με τις αρχικές εκτιμήσεις!

Φαρμακωμένος ο καιρός παραμόνευε…

Πέρασαν κιόλας δεκατέσσερα χρόνια. Κι όπως είχε πει πολύ νωρίτερα ο θείος Μάνος (Ελευθερίου)…

Άνθρωποι τρίζουν κι ακονίζουν τα σαγόνια

πηδούν και τρέχουν και σε φτάνουν στα μισά…

Όλα είναι πια αλλιώς. Έμειναν μόνο οι φωτογραφίες και τα βίντεο για να θυμίζουν εκείνες τις εποχές της φαντασμαγορίας, που φαντάζουν πολύ μακρινές. Σαν να κύλησαν δεκαετίες ολάκερες…

Ο τωρινός Αύγουστος θυμάται μήπως εκείνο τον παλιό;

Μπορεί και να σιγοψιθυρίζει εκείνο τον άλλο Αύγουστο, τον μελαγχολικό του Νίκου Παπάζογλου.

Μα γιατί το τραγούδι να `ναι λυπητερό

με μιας θαρρείς κι απ’ την καρδιά μου ξέκοψε

κι αυτή τη στιγμή που πλημμυρίζω χαρά

ανέβηκε ως τα χείλη μου και με `πνιξε

φυλάξου για το τέλος θα μου πεις…

Και για όσους το ξέχασαν, αυγουστιάτικη πανσέληνο έχει την Κυριακή 26.

…Φεγγάρι αυγουστιάτικο υψώνεται

και φέγγει από μέσα η φυλακή…