Αθήνα

23 oC

αραιές νεφώσεις

Ευρωμπάσκετ 1987, το… 1821 του ελληνικού αθλητισμού!

Ο Μένιος Σακελλαρόπουλος αγκαλιάζει τη μπάλα του τελικού 32 χρόνια μετά και γεμίζει συγκίνηση.

Ο Μένιος Σακελλαρόπουλος αγκαλιάζει τη μπάλα του τελικού 32 χρόνια μετά και γεμίζει συγκίνηση.

ΓΡΑΦΕΙ Ο Μένιος Σακελλαρόπουλος

Κάθε φορά που ξημερώνει 14 Ιουνίου, 32 χρόνια τώρα -κυριολεκτικά ήμουνα νιος και γέρασα- νιώθω σαν να έχει γιορτή το σπιτικό μου. Κι όχι μόνο το δικό μου αλλά όλα τα σπιτικά της Ελλάδας, αυτά που τότε, το 1987, μετατράπηκαν σε… πλατεία κι έζησαν κάτι σαν… απελευθέρωση!

Κι συ έφεγγες στη μέση όλου του κόσμου,

κι ήσουν φως μου, κατακόκκινη νιφάδα σε γιορτή

σε γιορτή που δεν ξανάδα στη ζωή μου τη σκυφτή.

Δεν είναι αλήθεια. Η χώρα ξανάδε γιορτές και μάλιστα μεγάλες από τον αθλητισμό της, ξαναβγήκε στους δρόμους, πλημμύρισε πλατείες, είδε τον κόσμο να παραμερίζει τις διαφορές του και να ενώνεται.

Αλλά αυτό που συνέβη στις 14 Ιουνίου 1987 με την κατάκτηση του Ευρωμπάσκετ κόντρα σε θηρία όπως η (ενωμένες) Σοβιετική Ένωση και η Γιουγκοσλαβία είναι το… 1821 του ελληνικού αθλητισμού! Είναι η Αγία Λαύρα του με την πρώτη σημαία της επανάστασης, είναι το άγαλμα της ελευθερίας του αθλητισμού μας!

Ναι, ξαναζήσαμε μεγάλες στιγμές, συγκλονιστικές, μέρες και νύχτες περηφάνιας.

Τα μετάλλια της Βούλας Πατουλίδου και του Πύρρου Δήμα, το Euro της Πορτογαλίας το 2004, η νίκη επί των Ηνωμένων Πολιτειών στο μπάσκετ, θριάμβους στο πόλο και σε άλλα αθλήματα, είδαμε πολλά.

Αλλά το 1987 είναι το μεγάλο πετράδι του στέμματος, η χρυσή κιβωτός μέσα στην οποία μπήκαν τα υπόλοιπα διαμάντια!

Θυμηθείτε τις συνθήκες. 32 χρόνια πριν, με τον αθλητισμό σε χαμηλό επίπεδο, με λίγους μόνο «τρελούς» να ξεκινάνε για την τιμή των όπλων και να κατακτούν τελικά το Έβερεστ!

Ποιος το πίστευε;

Εκείνη τη νύχτα βρέθηκαν αγκαλιά «η παρθένα με τον σατανά», δεξιοί κι αριστεροί μια σφιχτή αγκαλιά!

Όπως ο Ανδρέας Παπανδρέου με τον Κώστα Μητσοτάκη, χαλασμός!

Ως γνωστόν ιστορία γράφουν οι παρέες. Κι εκείνη η παρέα τα «έσπαγε». Γιατί όταν γίγαντες όπως ο Νίκος Γκάλης κι ο Παναγιώτης Γιαννάκης παραμέριζαν το «εγώ» τους για την ομάδα, διαφαινόταν ότι μπορεί να γίνει κάτι μεγάλο. Κι έγινε ακόμα μεγαλύτερο!

Αυτά τα παιδιά -και στη συνείδηση του κόσμου είναι πάντα παιδιά- έγιναν… Ιντιάνα Τζόουνς, κυνηγοί της χαμένης κιβωτού, χαρίζοντας υπερηφάνεια στους Έλληνες. Αυτό ακριβώς: υπερηφάνεια! Όταν κερδίζεις αυτοκρατορίες όπως η Σοβιετική Ένωση, δεν μπορεί παρά να είσαι περήφανος.

Η Ιερή μπάλα

Κάθε τέτοια μέρα, τριάντα δύο ολόκληρα χρόνια από τότε, πάντα ξυπνάω αλλιώς. Κι η πρώτη μου ματιά πέφτει στη βιτρίνα όπου φυλάω σαν… ιερό δισκοπότηρο τη μπάλα του τελικού με τις υπογραφές όλων των παιχτών.

Η ιστορία είναι γνωστή αλλά πάντα συναρπαστική όσα χρόνια κι αν περάσουν.

Καλοκαίρι 1987 λοιπόν. . Για δεύτερη φορά στη ζωή μου μετέχω σε ένα Γραφείο Τύπου. Η πρώτη ήταν στο ΕΠΑ 1982 (Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα Αθλητισμού, δηλαδή στίβου) που είχε γίνει στο Ολυμπιακό Στάδιο. Πέντε χρόνια μετά, στο μπάσκετ. Καμιά σχέση το σπορ, που ξέρουμε τώρα. Και δεν το λέω εγώ, αλλά οι τότε ειδήμονες της εποχής, που δήλωναν ευχαριστημένοι αν η καλή μας Εθνική Ομάδα, περνούσε στην οκτάδα. Πού να φανταζόμασταν τι θα επακολουθούσε.

Η δική μου δουλειά ήταν απλή όσο και δύσκολη γιατί απαιτούσε εγρήγορση και όχι ολιγωρίες. Καθόμουν ανάμεσα στους δυο πάγκους και ήμουν επιφορτισμένος, να πηγαίνω τους δυο προπονητές στην αίθουσα Τύπου, για τη συνέντευξη μετά τους αγώνες. Γι’ αυτό το λόγο η διαπίστευσή μου είχα πρόσβαση παντού. Από τον αγωνιστικό χώρο, ως τα αποδυτήρια. Έμπαινα παντού. Καθώς περνούσε ο καιρός, μέρα με τη μέρα, έγινα ένα αναγνωρίσιμο πρόσωπο για την ομάδα που προφανώς δεν με ήξερε, αλλά με έβλεπε κάθε μέρα, κάθε βράδυ μπροστά της...

Όταν μιλάμε για Ευρωμπάσκετ 87, μιλάμε για δουλειά από το πρωί ως το βράδυ. Δεν ήταν μόνο οι αγώνες, που στην πρώτη φάση ξεκινούσαν και πρωί, αλλά κι άλλες δουλειές του Γραφείου Τύπου. Δεν κοιμόμασταν και πολλές ώρες. Από το κρεβάτι, βρισκόμασταν στο γήπεδο. Κάθε πρωί, λοιπόν, έπαιρνα μια κόκκινη τσάντα στην οποία έβαζα ένα μπλουζάκι κι ό,τι άλλο χρειαζόμουν ενώ η συγχωρεμένη η μάνα μου τη γέμιζε με μήλα και άλλα φρούτα, που δεν έτρωγα ποτέ, γιατί πλακώναμε τα παγωτά. Έτσι πέρασαν οι μέρες μέχρι που φτάσαμε στον τελικό της 14ης Ιουνίου. Ελλάδα-Σοβιετική Ένωση.

Βλέπω μπροστά μου ένα γήπεδο να δονείται σε κάθε προσπάθεια. Σε κάθε καλάθι, σε κάθε άμυνα.

Βάζει, λοιπόν, τις βολές ο τίμιος γίγαντας, ο Αργύρης Καμπούρης. Παίρνουν την μπάλα οι Σοβιετικοί αστοχεί ο γερο-Γιοβάισα και μπαίνουν όλοι μέσα στο γήπεδο. Δεν θυμάμαι ποιον αγκάλιαζα, πως χοροπηδούσαμε, όλοι παραληρούσαμε. Έβλεπα όλους να κραυγάζουν, άλλους να κλαίνε από τη χαρά τους. Και ξαφνικά είδα την μπάλα να πέφτει στα πόδια μου. Κάποιος την είχε κλωτσήσει. Η πρώτη μου δουλειά ήταν να την βάλω μέσα στην τσάντα! Είχα πάρει την μπάλα του τελικού, από μια σύμπτωση, από μια συγκυρία.

Έκανα τη δουλειά του τελικού και μπήκα στα αποδυτήρια της ... ευτυχίας. Όλοι σε έκσταση. Απέξω η Μελίνα, ήταν ήδη στην αγκαλιά του Φασούλα, ενώ όλη η Ελλάδα είχε βγει στους δρόμους να πανηγυρίσει. Έβγαλα την μπάλα και με ένα μαρκαδόρο μαύρο, έβαλα τους παίκτες να την υπογράψουν. Την ξανάβαλα... στην τσάντα και αυτό ήταν. Είχα το ιερό κειμήλιο του ελληνικού αθλητισμού, το ... λάβαρο της Αγίας Λαύρας, στα χέρια μου.

Από τότε έχω ανταμώσει με τους περισσότερους ήρωες εκείνου του απόλυτου θαύματος.

Τους βλέπω κάθε μέρα στο σπίτι μου, στη βιτρίνα. Και τους ευγνωμονώ γιατί με έκαναν να καταλάβω ότι σ’ αυτή τη ζωή όλα μπορούν να συμβούν.

Και ναι, εξαιτίας τους συνειδητοποίησα ότι η πίστη σε οδηγεί παντού…

Send this to a friend