• Τετάρτη, 18 Σεπτεμβρίου
  • 21:56

Αθήνα

24 oC

αίθριος καιρός

Ρε μπαγάσα Λαυρέντη κρύβεσαι στο ασημένιο φεγγάρι;

Ένα κατευόδιο του Μένιου Σακελλαρόπουλου με παυσίλυπον.

Ένα κατευόδιο του Μένιου Σακελλαρόπουλου με παυσίλυπον.

ΓΡΑΦΕΙ Ο Μένιος Σακελλαρόπουλος

ΕΔΩ στο νότο –όπως έψελνε θεία ο Λαυρέντης Μαχαιρίτσας που μας άφησε ξαφνικά ο μπαγάσας- τρίζει ο θάνατος κι η αγάπη κάνει κρότο.

Πάντα έτσι συνέβαινε εδώ στο νότο, στην Ελλάδα, γιατί έτσι είναι η φτιαξιά μας, έτσι μας πότισε η αρμύρα που μας κυκλώνει, έτσι μας ψέκασε ο αέρας που μας περιβάλλει.

Εκείνος μου το θύμισε ξανά ένα μεσημέρι εκεί στον καφενέ στο Κολωνάκι, όταν κουβεντιάζαμε για μπάλα που κυλάει στο χορτάρι ή στο παρκέ.

«Ρε μάγκα πάντα έτσι θα γίνεται. Νικάς; Είσαι θεάρα και μπορείς να πάρεις και σύνταξη σαν θεός, όπως έγινε με τον Ρεχάγκελ. Εμένα ο τάδε (μου ανέφερε το όνομα ενός σπουδαίου παίχτη) μου είχε πει ότι ο Γερμανός έκανε ένα σωρό κουτουράδες, παλαβομάρες δηλαδή, αλλά το αποτέλεσμα στο τέλος του έδωσε σύνταξη θεού κι έτσι θα τον μνημονεύουμε πάντα. Ότι ήταν ο κύριος γαμάω! Χάνεις; Είσαι τενεκές ξεγάνωτος και πρέπει να σε πετάξουν στη χωματερή και μάλιστα να σε χώσουν βαθιά σε ένα λάκκο για να μην ξεμυτίσεις! Δεν έχει καμία σημασία το πώς και το γιατί. Καμία!»

Η ήττα είναι σαν θάνατος και τρίζει, το είχες πει, η νίκη «εδώ στο νότο» προκαλεί υπερβολικό θόρυβο, κι όταν, κάποια άλλη στιγμή, δεν έρχονται οι προσδοκίες, ετοιμάζονται τα εκτελεστικά αποσπάσματα!

Έφυγες ξαφνικά ρε μπαγάσα και δεν πρόλαβες να πεις για το χάλι της εθνικής στο ποδόσφαιρο κι ούτε για τον αποκλεισμό της εθνικής μπάσκετ στην Κίνα.

Βιαζόσουν, μετακαλόκαιρο ακόμα, βρίσκοντας μια ευκαιρία στον παράδεισο να πας.

Αλλά ξέρω, ψύχραιμος θα ήσουν σαν «παλιός στρατιώτης», έχοντας βιώσει «μικρούς Τιτανικούς» και «σουλτάνους της Βαβυλώνας».

Και σε στιλ «να μην ξεχνιόμαστε» θα επαναλάμβανες ότι αφού χάθηκε ο σοβαρός προγραμματισμός σε ποδόσφαιρο αλλά και σε μπάσκετ τα τελευταία χρόνια, μόνο «κίτρινα βράδια» θα προκύπτουν.

Άκου λέξη που σου άρεσε ρε μπαγάσα. Παυσίλυπον! Και το έκανες και δίσκο!

Αλλά πώς παύει η λύπη με τέτοια μαύρη Δευτέρα; Και να ξέρεις εκεί που πας, εσύ την έκανες μαύρη. Ούτε η ήττα της εθνικής ούτε η μαφία της FIBA που διέλυσε τον Γιάννη Αντετοκούνμπο.

ΣΧΕΤΙΚΑ

Κατάμαυρη την έκανες και μακάρι να μπορούσες να τη δεις.

Πρόλαβες να το πεις ρε μπαγάσα.

Γειτονιές, παιχνίδια, παρέες ,

εποχές και μόδες και ιδέες,

οι αγκαλιές και τα φιλιά,

δε θα είναι τα ίδια ξανά.

Μοιάζουν όλα στου χρόνου τη δίνη

σαν φωνές που ο άνεμος σβήνει

ότι ωραίο μας φαίνεται λίγο

είναι αργά πρέπει να φύγω.

Κι έφυγες χωρίς ένα γεια κι ήξερες ότι άλλαξαν πολλά, παντού.

Μα όσο κι αν μας πληγώνει

ο δρόμος που τελειώνει

μας φέρνει σ’ άλλη διαδρομή.

Άσε τα είδωλα μας

να σβήνουν μακριά μας

γιατί άλλαξαν οι καιροί.

Άλλαξαν πολλά μαζί κι εσύ κι εγώ…

Όλα μπορούν να αλλάξουν. Και οι εθνικές και τα αποτελέσματα –ίσως κάποτε, στον αιώνα τον άπαντα- και η γκρίνια, αλλά η φυγή σου, η κοπάνα σου δηλαδή, δεν θα αλλάξει. Γαμώτο!

Γλύκανες τόσο κόσμο μπαίνοντας με τη φωνή σου στα σπίτια του, συνόδευσες ερωτευμένους, απογοητευμένους, χαρούμενους, λυπημένους, τους έκανες όλους μαζί να φωνάζουν δυνατά «μ’ αυτά τα μάτια όπου βρεθώ κι όπου σταθώ, τα έχω πίσω μου και μέσα και μπροστά μου».

Πώς τα κατάφερες ρε μπαγάσα; Όλους; Όλους;

Εκεί θα κρύβεσαι. Στο φεγγάρι που έσβησε, τ’ ασημένιο φεγγάρι. Και θα γελάς μ’ εκείνο το βραχνό γέλιο, και θα κράζεις όπου χρειάζεται, και στίχους θα σκαρώνεις, κι ανέκδοτα θα λες, και θα βρίζεις, και θα εξακολουθείς να σιχαίνεσαι τις Δευτέρες που σε γέμιζαν νεύρα.

Η ζωή χάθηκε στη σκόνη, η αγάπη ποτέ. Γιατί μ’ αυτήν μπόλιασες τόσο λαό ρε μπαγάσα.

Αντίο φίλε.

Send this to a friend