Αθήνα

9 oC

ελαφρές νεφώσεις

Μια ωδή για το Μάτι

Ο Μένιος Σακελλαρόπουλος παίρνει τις λέξεις που κρύβονται από πόνο και ντροπή και τις βγάζει μια ήρεμη βόλτα εκεί που η γόμα δεν σβήνει το κάρβουνο…

Ο Μένιος Σακελλαρόπουλος παίρνει τις λέξεις που κρύβονται από πόνο και ντροπή και τις βγάζει μια ήρεμη βόλτα εκεί που η γόμα δεν σβήνει το κάρβουνο…

ΓΡΑΦΕΙ Ο Μένιος Σακελλαρόπουλος

Τα δέντρα δεν μιλάνε, πονάνε…

Ο ουρανός δεν μιλάει, σφίγγεται…

Η γη δεν μιλάει, ρυτιδιάζει…

Τα μάρμαρα δεν μιλάνε, μένουν παγωμένα…

Τα πουλιά δεν περνάνε από κει, φοβούνται…

Η θάλασσα μπροστά έβγαλε τα γαλάζια της και φόρεσε πιο σκούρο μανδύα, επίσης βουβή…

Ο αέρας σφίγγεται κι αυτός, νιώθει ζαλάδα…

Τα μερμήγκια έφυγαν, πήγαν αλλού…

Δεν έχει χελωνίτσες, σκαντζόχοιρους, πεταλούδες…

Οι πέτρες έμειναν μαύρες, για να θυμούνται και να θυμίζουν…

Τα ντουβάρια θρηνούν ακόμα…

Το γαλάζιο, πάνω και κάτω, δεν είναι πια γαλάζιο…

Και το πράσινο δεν είναι πια πράσινο…

Οι ψυχές, οι εδώ και οι αλλού τριγυρίζουν και σπαράζουν…

Όλα σπαράζουν, όλα σφίγγονται, όλα σιωπούν…

Πόσο ήθελε να αγκαλιάσει ο ουρανός τη γη…

Πόσο ήθελαν οι συγκεκριμένοι άνθρωποι εκεί να μην υπάρχει τέτοια μέρα…

Σβήνονται οι μνήμες; Δεν σβήνονται…

Σβήνεται ο πόνος; Δεν σβήνεται…

Κρύβεται ο σπαραγμός; Δεν κρύβεται…

Μιλάει η σιωπή; Μιλάει. Κραυγάζει…

Βρίσκει διέξοδο η κραυγή; Δεν βρίσκει, κι ας βρίσκει μπροστά σκισμάδες των βράχων όπου θα μπορούσε να κουρνιάσει…

Όλα τα κρατάνε τα μάτια, όλα, κι αυτά κάνουν κάρβουνο την ψυχή…

Υπάρχει γόμα που σβήνει το κάρβουνο; Καμιά…

23 Ιουλίου, ένας χρόνος ακριβώς από το σκίσιμο και το κάψιμο της ψυχής.

Η λέξη –Μάτι- νιώθει ντροπή μαζί με τον πόνο, ακούγεται ξεψυχισμένη, βγαίνει δειλά, σέρνεται…

Την αφήσαμε να σέρνεται, την πετάξαμε στον καιάδα της γης…

Γι’ αυτό δεν πάνε τα πουλιά, γι’ αυτό ντρέπεται κι ο ήλιος, η θάλασσα, ο αέρας, όλα είναι μαύρα. Ένα χρόνο μετά…

Τα λόγια είναι της ντροπής. Κι οι λέξεις γυμνές δίπλα στο ξεδιάντροπο…

Δεν θέλει λέξεις το Μάτι, δεν θέλει λόγια, φράσεις, έχει από μόνο του μνήμες, κι η σιωπή του κραυγάζει, ουρλιάζει, εξακοντίζει στον ουρανό τη λαχτάρα του, αυτή που σαν καταπέλτης διαλύει τα σύννεφα…

Μιλάνε οι καμένες ψυχές -102- τα καμένα δέντρα, η ματωμένη γη η πυρακτωμένη ατμόσφαιρα…

Σιωπούν οι ποιητές και οι γεροί καλαμαράδες από τον ουρανό, δεν φτάνει όλο το μπλε του Ελύτη για να σκεπάσει την ασχήμια…

Γιατί, ένα χρόνο τώρα, ακριβώς ένα χρόνο, νίκησε το μαύρο κι η μυρωδιά του, νίκησε το σκοτεινό πέπλο, αυτό που άφησαν να απλωθεί και να επικρατήσει.

Απλώνεις εκεί γύρω το χέρι κι αυτό καίγεται από τις τσουρουφλισμένες ψυχές που χάθηκαν στη στάχτη.

Κίτρινη στάχτη, του πόνου και του σπαραγμού και του αλύτρωτου ταξιδιού. Το χάος των ψυχών, των πάνω και των κάτω.

Δεν έχουν νόημα οι λέξεις, δεν ακούγονται, δεν υφίστανται, δεν υπάρχουν.

Γιατί περιδιαβαίνοντας εκεί γύρω –Μάτι 2019- αφουγκράζονται και επιβάλουν το σκασμό. Ουρλιάζουν: ΣΚΑΣΜΟΣ.

Αργεί το μπλε του Ελύτη. Ή μήπως δεν θα φτάσει ποτέ;

Άνθρωπε σκάσε και δούλευε. Στο ζητάει το Μάτι, τα δέντρα, η θάλασσα κι ο ουρανός του, η μαυρισμένη γη κι οι άτακτες πέτρες, τα πουλιά που έφυγαν, τα μουδιασμένα ζωάκια, οι πεταλούδες που δεν ξαναπέταξαν κι έμειναν άχρωμες, οι μαβιές ψυχές που θέλουν να χαμογελάσουν όσοι γλίτωσαν, όσοι έμειναν πίσω σπαράζοντας…

Send this to a friend