Αθήνα

2 oC

ελαφρές νεφώσεις

«Μην μιλάς εσύ, ξενιτεύτηκες»

ΓΡΑΦΕΙ Η Λώρη Κέζα

Δεν θα μιλήσω για στατιστικές, πόσοι έφυγαν στην κρίση, πόσοι ήταν πτυχιούχοι, πόσοι ήταν νέοι, θα μιλήσω για τη μόνιμο επωδό ορισμένων που κατοικούν ακόμα στην Ελλάδα. «Έφυγες στο εξωτερικό, δεν μπορείς να ξέρεις».

«Τι μιλάς εσύ, δεν σε αφορά το θέμα». Δηλαδή κάποιος που έζησε στην Ελλάδα, δούλεψε εκεί, σπούδασε, έφτιαξε οικογένεια, κάποιος που πάλεψε με τα ασφαλιστικά ταμεία για να είναι σωστός, κάποιος που πλήρωνε την εφορία χωρίς πλάγιες λύσεις, κάποιος που άφησε τη ζωή του πίσω, δεν έχει δικαίωμα καν να μιλάει. Επειδή επεδίωξε μια καλύτερη ζωή αλλού.

Πόση μικρόνοια κρύβεται πίσω από αυτήν την αντιμετώπιση των νέο-μεταναστών... Πόσο περιορισμένοι ορίζοντες… Θα μιλάμε λοιπόν μόνο για όσα βλέπουμε; Τον Γκαγκάριν δεν τον είδαμε στην προσσελήνωση, μπορούμε άραγε να έχουμε άποψη για τα διαστημικά ταξίδια;

Ας δούμε πως λειτουργεί αυτό το θεώρημα. Όσοι απαιτούν να μην μιλούν για την πολιτική οι Έλληνες του εξωτερικού, θα πρέπει να απαιτήσουν από τους ιρανούς μετανάστες στους καταυλισμούς να μην μιλάτε για τον Χομεϊνί. Να απαιτήσουν από τους Βρετανούς που ζουν στη Γερμανία να μην εκφράζονται για το Brexit. Να απαιτήσουν γενικά από όλη την ανθρωπότητα να παραμένει σιωπηλή στις πολιτικές του Τραμπ. Να απαιτήσουν να βγάλουμε το σκασμό όταν βλέπουμε παιδιά να πεθαίνουν από την πείνα. «Δεν ζεις στην Υεμένη, μην μιλάς, δεν ξέρεις εσύ, δεν το ζεις».

Οι υπερασπιστές της ελληνικότητας εντός συνόρων, έχουν να αντιμετωπίσουν μια ακόμη παράμετρο στο θεώρημα «εφόσον δεν το ζεις, δεν μπορείς να το σχολιάζεις». Η παράμετρος αφορά το χρόνο. Μπορούμε άραγε να μιλάμε για τον Καποδίστρια και τον Τρικούπη; Δεν το ζήσαμε, δεν το νιώσαμε, δεν το μυρίσαμε, δεν το αγγίξαμε. Μπορούμε άραγε οι άνθρωποι του 21ου να μιλάμε για τα μεταλλεία του Λαυρίου στην αρχαιότητα, την άνοδο και την πτώση της οικονομίας του Παρθενώνα; Γεωγραφικά είμαστε εκεί αλλά δεν ζούμε τη συνθήκη. Επαρκεί μήπως η μελέτη για να έχει κάποιος και γνώση και άποψη; Για τους υπερασπιστές της άποψης «εσείς στην ξενιτιά να μην μιλάτε» τίποτε δεν επαρκεί. Μόνο το βίωμα, κι ας είναι το βίωμα μέσα από την τηλεόραση και το πληκτρολόγιο.

Κάποιες φορές, αλλά όχι πάντα, υπάρχει φθόνος για όσους φύγαμε. Σώσαμε το τομάρι μας. Κάποιοι θα ήθελαν να είναι στη θέση μας. Είναι ενδεικτική και πολύ αστεία η περίπτωση δημοφιλούς περσόνας, με ευρύ κοινό στα σόσιαλ μίντια, με κείμενα απίστευτου πάθους υπέρ της πατρίδας «εγώ μένω εδώ για να στηρίξω την Ελλάδα» και εκατοντάδες θαυμαστές να επαινούν, «εγώ παλεύω επειδή αγαπώ τη χώρα» και σχόλια από κάτω να σιγοντάρουν, «όσοι φεύγουν να μην κάνουν επίδειξη για τα οργανωμένα κράτη που βρήκαν, ας μείνουν εδώ να οργανώσουμε όλοι μαζί το ελληνικό κράτος». Κάποια μέρα τα πράγματα άλλαξαν για τη δημοφιλή περσόνα: «Βρήκα δουλειά στην Κύπρο, φεύγω, δεν άντεξα» και η ρητορική αντιστράφηκε.

Ορισμένοι βλέπουν με καχυποψία και ανταγωνισμό την κριτική των μεταναστών στα κακώς κείμενα, αντιμετωπίζουν με θυμό τις συγκρίσεις με την οργάνωση άλλων κρατών. Θεωρούν ότι τα γράφουμε για να τα τρίψουμε στη μούρη όσων έμειναν πίσω. Δεν ισχύει κάτι τέτοιο. Τα γράφουμε επειδή είναι εφικτά και για την Ελλάδα. Επειδή το κράτος δεν είναι συνώνυμο του μπάχαλου. Είναι χρήσιμο να συγκρίνουμε. Είναι χρήσιμο να έχουμε μοντέλα και στόχους βελτίωσης. Χωρίς συμπλέγματα. Η Ελλάδα του 2018 δεν μας αξίζει, δεν αξίζει ούτε σε αυτούς που παραμένουν ούτε σε όσους φύγαμε.

Send this to a friend