Αθήνα

12 oC

αίθριος καιρός

Ο γέρος, ο σκύλος και η θάλασσα…

Ο σοφός 83χρονος που συνάντησε ο Μένιος Σακελλαρόπουλος, δίνει ένα μάθημα ζωής. Νόημα σε μικρά πράγματα…

Ο σοφός 83χρονος που συνάντησε ο Μένιος Σακελλαρόπουλος, δίνει ένα μάθημα ζωής. Νόημα σε μικρά πράγματα…

ΓΡΑΦΕΙ Ο Μένιος Σακελλαρόπουλος

Η τελευταία βόλτα του 2018 ήταν με τα σκυλιά, που δεν καταλαβαίνουν από αλλαγές χρόνων και ρεβεγιόν, από πολύχρωμα λαμπιόνια και στολισμένα δέντρα.

Ήταν λίγο πριν τις δέκα το βράδυ, κι εκεί, στη μαρίνα, δεν υπήρχε ψυχή. Όλοι ήταν στα σπίτια τους ή ετοιμάζονταν για επίσκεψη, άλλοι με ανεβασμένη διάθεση κι άλλοι νιώθοντας ότι κάνουν αγγαρεία. Δεν χαίρονται όλοι, δεν γιορτάζουν όλοι, δεν κολυμπάνε όλοι στην ευτυχία, την πολλές φορές επίπλαστη, μακιγιαρισμένη…

Η Λούνα, που δεν είναι τόσο κοινωνική -κλασικό Ακίτα- με τραβούσε με δύναμη προς μια κατεύθυνση, η Μπέλα, γερμανικό ποιμενικό, ακολούθησε βαριεστημένα.

Μου έκανε εντύπωση η επιμονή της Λούνας να πλησιάσουμε προς τον ένα και μοναδικό άνθρωπο που υπήρχε εκείνη την ώρα στην προκυμαία, έναν ηλικιωμένο κύριο που περπατούσε αργά, με το βλέμμα να παρακολουθεί τους κυματισμούς της θάλασσας.

Το ένστικτό της αποδείχτηκε σωστό. Γιατί πλησιάζοντας κοντά του, εκείνος έβγαλε από την τσέπη λίγη ξηρά τροφή χαρίζοντας ευτυχία στις δύο κυρίες μου, τη Λούνα και τη Μπέλα, που κουνούσαν ασταμάτητα την ουρά τους.

Τον ευχαρίστησα και του ευχήθηκα για τον καινούργιο χρόνο, μ’ εκείνον να βγάζει μια έντονη μελαγχολία και λίγες μασημένες λέξεις που της έπαιρνε ο δυνατός αέρας.

«Δεν βαριέσαι… Έχω ζήσει 82 πρωτοχρονιές, μία ακόμα δεν μου λέει τίποτα… Κι αν δεν είμαι του χρόνου στο επόμενο μέτρημα, πάλι δεν βαριέσαι… Ότι ήταν να δω το είδα, δεν βρίσκω νόημα σε τίποτα πια…»

Το βλέμμα παγωμένο, ίσως περισσότερο κι από τον κρύο αέρα, μου έσφιξε την καρδιά.

«Ε πώς! Μια πρωτοχρονιά, ένας νέος χρόνος, έχει πάντα χαρά…», ψέλλισα αμήχανα, δίχως να ξέρω τι άλλο να του πω.

Οι λίγες μασημένες λέξεις του έγιναν ποταμός.

«Έζησα κατοχή, εμφύλιο, βασιλιάδες και πρωθυπουργούς, καταστροφές και ανοικοδόμηση, πείνα, μετανάστευση, δραχμή, ευρώ, ό,τι βάλεις με το νου σου. Άκουσα υποσχέσεις, λόγια, διαβεβαιώσεις, εξαγγελίες, τα περισσότερα κούφια. Δούλεψα σκληρά -στα καράβια- θαλασσοπνίγηκα, ούτε και ξέρω πόσες φορές μου κόψανε τη σύνταξη, για να φτάσω να παίρνω ψίχουλα. Μόνο η θάλασσα μου έμεινε, αυτή δεν μου την παίρνει κανείς…»

Η Λούνα και η Μπέλα μύριζαν τις τσέπες του, δεν είχε κάτι άλλο να τους δώσει.

Δεν ήξερα τι λόγια να του πω βλέποντας τα μάτια του να γυαλίζουν. Ήταν δάκρυα κι όχι από τον επαναστάτη αέρα.

«Πού θα αλλάξετε το χρόνο;»

«Τι να αλλάξω; Θέλω και… αλλαγή; Σου είπα, όλα μου φαίνονται ίδια. Έκανα μια βόλτα εδώ γιατί με έπιασε η ψυχή μου. Πάντα με πιάνει τέτοια μέρα εδώ και δέκα χρόνια, από τότε που έχασα την κυρά μου. Μετά από λίγες μέρες έφυγε και το σκυλί μας, ο Αζόρ. Γι’ αυτό και έχω τροφή στην τσέπη, για να δίνω λίγη χαρά στα ζωντανά. Αυτό με παρηγορεί. Α, και το ιώδιο της θάλασσας, που είναι σαν φάρμακο για το μυαλό μου. Μόνο αυτό. Όλα τα άλλα, λαμπάκια και δέντρα και φαγητά και γιορτές και τραπέζια δεν μου λένε τίποτα…»

Δεν τόλμησα καν να ρωτήσω αν έχει παιδιά, συγγενείς, κάποιους που θα έδιωχναν έστω για λίγο τη μοναξιά του.

Είχε μια καζαντζακική μορφή, με τις ρυτίδες να χορεύουν στο πρόσωπό του.

«Δεν ελπίζω τίποτα…»

Αυτό ήταν! Δεν έλπιζε σε τίποτα, δεν ονειρευόταν τίποτα, κι αυτό ακριβώς είναι αργός θάνατος, με ή χωρίς πολύχρωμα λαμπιόνια…

Η Λούνα άρχισε να γαβγίζει δυνατά, ξεκολλώντας το πρόσωπό της από την τσέπη του ηλικιωμένου κυρίου που την είχε φιλέψει λίγη τροφή.

Με την άκρη του ματιού μου, σε ένα παγκάκι που ήταν εκεί δίπλα, είδα δυο νεαρά παιδιά να αγκαλιάζονται και να φιλιούνται βιαστικά, -με το κορίτσι να κρατάει ένα λαμπραντόρ-  θαρρείς και τους κυνηγούσε ο χρόνος, ο γέρο-χρόνος που έφευγε.

«Καλή χρονιά Αντρέα μου! Να μας βρει ακόμα πιο καλά. Πρέπει να γυρίσω σπίτι τώρα. Λείπω αρκετή ώρα και θα με ψάχνουν. Μετά την αλλαγή του χρόνου με τους δικούς μου, θα έρθω να σε βρω στο σημείο μας…»

Τους είδε και ο παππούς όπως ξαναφιλιόνταν βιαστικά και χαμογέλασε για πρώτη φορά.

«Αυτά χαίρονται, όχι εμείς, εγώ δηλαδή… Για μένα όλα είναι ίδια… Όπως και πέρσι, πρόπερσι, πολλά χρόνια τώρα…»

Με χαιρέτησε με μια πρωτότυπη ευχή –«να προσέχεις τα ζωντανά, είναι αθώες ψυχές»- χάιδεψε τις δυο κυρίες μου κι έφυγε.

Γύρισε απότομα κι είπε λίγες λέξεις ακόμα:

«Να φροντίζεις να βρίσκεις νόημα στη ζωή σου σε μικρά πράγματα. Τότε μόνο θα είσαι χαρούμενος στο επόμενο μέτρημα…»

Καλή χρονιά. Πρώτα μέσα μας…

 

 

Send this to a friend