• Τετάρτη, 23 Ιανουαρίου
  • 20:04

Αθήνα

5 oC

ελαφρές νεφώσεις

Πάμε μια βόλτα ρε Κουφοντίνα!

ΓΡΑΦΕΙ Ο Μένιος Σακελλαρόπουλος

Ο Μένιος Σακελλαρόπουλος γράφει για τις ανέμελες βόλτες του αμετανόητου εκτελεστή της 17 Νοέμβρη στο Σύνταγμα και στα γύρω μέρη που έβαψε με αίμα και αναρωτιέται αν… είμαστε με τα καλά μας!

Η σκηνή -και τα φωτογραφικά κλικ- θα άφηναν άναυδο και αυτόν που πάσχει από αλεξιθυμία, μια σπάνια κατάσταση ανθρώπων που έχουν δυσκολία στην κατανόηση και έκφραση των συναισθημάτων τους.

Ήταν λοιπόν απόγευμα της δεύτερης μέρας του νέου χρόνου όταν ο κόσμος έκπληκτος είδε τον Δημήτρη Κουφοντίνα να περπατάει χαλαρός στην οδό Βουκουρεστίου, τη Σόλωνος και την πλατεία Συντάγματος, σαν έναν οποιοδήποτε πολίτη που απολαμβάνει τις αργίες των ημερών.

Ποιος ξεχνάει ποιος μπορεί να ξεχάσει ότι ο Κουφοντίνας είναι ο περίφημος  «Λουκάς» της 17 Νοέμβρη, ο μελισσοκόμος με το ματωμένο κεντρί, ο άλλοτε ταμίας –σταθερό χέρι- στρατολόγος και εκτελεστής της φονικής οργάνωσης που αιματοκύλησε την Ελλάδα;

Ο καταδικασμένος σε έντεκα φορές ισόβια και 1.763 χρόνια κάθειρξη -σύμφωνα με την απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών στις 9 Μαΐου 2007- να βολτάρει στο κέντρο της Αθήνας, εκεί που είχε εκτελέσει με σταθερό χέρι -και πλήρη συνείδηση- τόσο κόσμο!

Πώς να ένιωσε φτάνοντας στο Σύνταγμα, εκεί που έπεσε νεκρός ο 14χρονος Θάνος Αξαρλιάν στις 14 Ιουλίου 1992, όταν η φονική ρουκέτα του στόχευσε τον τότε υπουργό οικονομικών Γιάννη Παλαιοκρασσά αλλά σκότωσε ένα μικρό παιδί;

Η ομάδα… αίματος!

Στη στολισμένη Αθήνα να σκέφτηκε άραγε την πλούσια δράση του, εκεί που το ατάραχο χέρι του αφαιρούσε ζωές; Να θυμήθηκε τον Νίκο Μομφεράτο (1985), τον Παναγιώτη Ρουσέτη (1985), τον Δημήτρη Αγγελόπουλο (1986), τον Αλ. Αθανασιάδη-Μποδοσάκη (1988), τον Παύλο Μπακογιάννη (1989), τον Ρόναλντ Στιούαρτ (1991), τον Τσετίν Γιοργκού (1991), τον Μιχάλη Βρανόπουλο (1994) τον, Ομέρ Σιπαχίογλου (1994), τον Κώστα Περατικό (1997), τον Στίβεν Σόντερς, το τελευταίο θύμα της οργάνωσης, 8 Ιουνίου 2000;

ΣΧΕΤΙΚΑ

Τόσος κόσμος στον τάφο -και με ζωντανούς νεκρούς τους συγγενείς τους- κι ο Κουφοντίνας να βολτάρει στο Σύνταγμα; Είμαστε με τα καλά μας;

Είμαστε με τα καλά μας; Έκτη άδεια μέσα σε ένα χρόνο, αρχής γενομένης από τις 9 Νοεμβρίου 2017;

Για να ξεκαθαρίσουμε τα πράγματα. Προφανώς σ’ αυτή τη ζωή υπάρχει το στιγμιαίο λάθος, η κακιά στιγμή, η λάθος κίνηση, και, ως εκ τούτου, πολλοί δικαιούνται μιας δεύτερης ευκαιρίας.

Πολλοί, όχι όλοι! Γιατί υπάρχουν οι ειδεχθείς εγκληματίες, αυτοί οι αμετανόητοι τύποι που έχουν προχωρήσει συνειδητά σε απεχθείς πράξεις.

Σ’ αυτή την κατηγορία ο Κουφοντίνας είναι… πρωταθλητής, αφού ουδέποτε έδειξε μεταμέλεια, ουδέποτε υπαναχώρησε, δεν ζήτησε ένα συγγνώμη.

Θεωρεί εαυτόν… πολιτικό κρατούμενο!

Ο εκτελεστής με το σταθερό φονικό χέρι θεωρεί τον εαυτό του… πολιτικό κρατούμενο, έως και… θύμα! Κι αυτό είναι εξοργιστικό!

Και, για να ξέρουμε τι λέμε, μόλις τέσσερις μήνες πριν ξεκινήσουν οι άδειες του είχε γράψει μέσα από τη φυλακή:

«Ο θεσμός της άδειας δεν είναι κάποια παραχώρηση μιας καλοσυνάτης εξουσίας, αλλά μια κατάκτηση αγώνων την οποία δεν πρόκειται να εγκαταλείψουμε αμαχητί. Όπως δεν πρέπει να εγκαταλείπουμε καμιά κατάκτηση αγώνων, ιδιαίτερα σήμερα, στα χρόνια της μνημονιακής χολέρας, όταν η περιστολή των δικαιωμάτων είναι η άλλη όψη της μόνιμης λιτότητας. Όσο με αφορά, θέλω να ξεκαθαρίσω ότι ένας πολιτικός κρατούμενος μπορεί να ζήσει και χωρίς άδεια. Άλλωστε ποτέ η προσωπική του τύχη δεν μπορεί να είναι στην κορυφή των προτεραιοτήτων του. Όμως δεν μπορεί να ζήσει άτιμος. Δίχως ακέραια τη συνείδηση και την ιδεολογία του. Και επειδή η δική μας συνείδηση τροφοδοτείται από τη μνήμη των αγώνων, να το πούμε άλλη μια φορά, για να το καταλάβουνε, ότι αυτήν τη μνήμη ξέρουμε να την υπερασπίζουμε με κάθε κόστος. Δημήτρης Κουφοντίνας, 12 Ιουλίου 2017, Φυλακές Κορυδαλλού»

Κατάκτηση αγώνων; Αιματοβαμμένων εννοεί ο… ποιητής!

ΕΙΜΑΣΤΕ ΜΕ ΤΑ ΚΑΛΑ ΜΑΣ;

Κι υπάρχει κι η άλλη παράμετρος, που επίσης προκαλεί τεράστιες απορίες. Με ποια κριτήρια αυτό το αιματοβαμμένο χέρι

μεταφέρθηκε στις αγροτικές φυλακές της Κασσαβέτειας Βόλου, «ένα κολλέγιο εκπληκτικών προδιαγραφών», όπως τις χαρακτηρίζουν οι έχοντες γνώση των φυλακών;

Ως υποδειγματικός κρατούμενος άραγε;

Κι επειδή έχω προσωπική γνώση του χώρου από μια πρόσφατη έρευνά μου για τις ανάγκες ενός βιβλίου (Το Σημάδι), λέω ξεκάθαρα ότι ναι, πρόκειται για… κολέγιο!

Υπάρχουν κρατούμενοι που εργάζονται σε διάφορους τομείς και με το τέλος της δουλειάς τους κοιμούνται –ελεύθεροι- σε σπιτάκια με κήπο, μποστάνι και πολλές ανέσεις. Σπιτάκια, όχι κελιά, όχι κλειδαριές, καμιά σχέση με την έννοια της κλασικής φυλακής.

Σε προηγούμενο άρθρο μου στο The Caller είχα δημοσιεύσει την άποψη ενός κρατούμενου.

«Αυτό φυλακή; Όχι δα! Εδώ είναι σαν να βρίσκεσαι στο χωριό σου κι ακόμα καλύτερα! Κυκλοφορείς ελεύθερος όπου θες, κάνεις τη δουλειά σου και γυρίζεις σπίτι σου. Υπάρχει κτηνοτροφική μονάδα, έχουμε αγελάδες, πρόβατα, γουρούνια, πολλά χωράφια, δεν πλήττεις ποτέ! Είναι σαν δώρο σε μας, νιώθουμε ελεύθεροι».

Κι όταν τον είχα ρωτήσει αν σκέφτηκε ποτέ να την κοπανήσει αφού έχει την άνεση αυτή, κυκλοφορώντας ελεύθερος και πολύ μακριά από το κεντρικό κτίριο των φυλακών, μου είπε: «Τρελός είμαι να την κοπανήσω; Πρώτα απ’ όλα, εδώ περνάμε ζωή και κότα, κάνουμε γιορτές, έρχονται οι οικογένειές μας, τι άλλο να ζητήσουμε; Αλλά το πιο βασικό είναι ότι μένοντας και δουλεύοντας εδώ, θα βγούμε έξω πολύ πιο γρήγορα, άρα είναι ηλιθιότητα να πετάξουμε αυτά τα τέλεια προνόμια…»

Το Υπουργείο Δικαιοσύνης έχει σταθερή άποψη:

«Η απόφαση για τη μεταγωγή του Δημήτρη Κουφοντίνα ελήφθη από την αρμόδια Κεντρική Επιτροπή Μεταγωγών και στηρίχθηκε στη συνδρομή όλων των προϋποθέσεων του νόμου. Συνεπώς, καλό είναι να γνωρίζει κάθε όψιμα ενδιαφερόμενος ότι τηρήθηκε απολύτως η νομιμότητα».

Εντάξει, τηρήθηκε η νομιμότητα, δεν αυθαιρέτησε κανείς.

Αλλά ο Κουφοντίνας -ο Κουφοντίνας έτσι;- σε αγροτικές φυλακές; Ο Κουφοντίνας να βολτάρει ανέμελος στο Σύνταγμα;

Να αλλάξει ο νόμος λοιπόν! Να αναθεωρηθούν πράγματα και καταστάσεις γιατί πολύ απλά ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΔΥΝΑΤΟΝ!

Μήπως να τον φιλέψουμε και μελομακάρονα με δίπλες για να νιώθει πιο καλά τώρα που τελείωσε η άδεια του;

Η μάνα του Αξαρλιάν και τόσων άλλων δολοφονημένων δεν νιώθουν και τόσο καλά…

Για σιγά. Όλα έχουν ένα όριο! Όλα. Μήπως να επαναπροσδιοριστούμε; Μήπως;

 

Send this to a friend