Αθήνα

17 oC

ελαφρές νεφώσεις

5 Απριλίου 1992 -Η αρχή της δικαίωσης του Ανδρέα και της πτώσης Μητσοτάκη

21 χρόνια συμπληρώνονται φέτος από τότε που έφυγε από τη ζωή ο ιδρυτής του ΠΑΣΟΚ και ένας από τους σημαντικότερους πολιτικούς της σύγχρονης Ελλάδας, ο Ανδρέας Παπανδρέου.

Στις 5 Απριλίου 1992 διεξήχθη αναπληρωματική εκλογή στη Β’ Εκλογική Περιφέρεια της Αθήνας, για την πλήρωση της κενής θέσης του βουλευτή του ΠΑΣΟΚ Δημήτρη Τσοβόλα, ο οποίος εξέπεσε του αξιώματός του, συνεπεία της καταδίκης του από το Ειδικό Δικαστήριο λίγους μήνες νωρίτερα.

Το ΠΑΣΟΚ ξανακέρδισε την έδρα με τον διαπρεπή νομικό Γεώργιο - Αλέξανδρο Μαγκάκη, αυξάνοντας θεαματικά τις ψήφους του, και απέκτησε και πάλι δυναμική εξουσίας μετά την περιπέτεια του σκανδάλου Κοσκωτά και την τριπλή εκλογική ήττα του 1989-1990.

Αξιοσημείωτη είναι και η επίδοση του Βασίλη Λεβέντη, που συστήθηκε στο πανελλήνιο ως πολιτικός και εξαργύρωσε την τηλεοπτική του παρουσία, που χαρακτηριζόταν από κοινό και ειδικούς ως γραφική.

ΦΩΤΟ: Ο Ανδρέας Παπανδρέου με στελέχη του ΠΑΣΟΚ, λίγο μετά την προεκλογική ομιλία του στο Περιστέρι.

Όλο το χρονικό

Στις 16 Ιανουαρίου 1992 εκδόθηκε η απόφαση του Ειδικού Δικαστηρίου για το σκάνδαλο Κοσκωτά, με την αθώωση του προέδρου του ΠΑΣΟΚ, Ανδρέα Παπανδρέου. Με την ίδια απόφαση, ο Δημήτρης Τσοβόλας, πανίσχυρος υπουργός Οικονομικών την πρώτη οκταετία διακυβέρνησης της χώρας από το ΠΑΣΟΚ, καταδικάσθηκε σε φυλάκιση 2,5 ετών και στέρηση των πολιτικών του δικαιωμάτων επί τριετία για παράβαση του νόμου περί ευθύνης υπουργών και συγκεκριμένα για τη ρύθμιση των χρεών του επιχειρηματία και πρωθυπουργικού φίλου Σωκράτη Καλκάνη.

Αυτό είχε ως συνέπεια να εκπέσει του βουλευτικού αξιώματος με απόφαση του προέδρου της Βουλής, Αθανασίου Τσαλδάρη, στις 20 Ιανουαρίου 1992. Η προσπάθεια του ΠΑΣΟΚ να δοθεί χάρη στον Δημήτρη Τσοβόλα από τη Βουλή δεν καρποφόρησε, αφού η ισχνή κυβερνητική πλειοψηφία της Νέας Δημοκρατίας θεώρησε, στις 30 Ιανουαρίου, ότι η Βουλή είναι αναρμόδια να κινήσει τη διαδικασία απονομής χάριτος, απορρίπτοντας τη σχετική πρόταση με ψήφους 149 έναντι 135.

Εν τω μεταξύ, το ΠΑΣΟΚ, αναμένοντας μετά βεβαιότητας την απόρριψη του αιτήματός του, αποφάσισε να συστήσει στους επιλαχόντες βουλευτές της Β’ Αθήνας να αρνηθούν να καταλάβουν την κενή έδρα στη Βουλή, αποβλέποντας στη διενέργεια αναπληρωματικής εκλογής για την πλήρωσή της, σύμφωνα με το Σύνταγμα.

Ήταν μία προσωπική απόφαση του Ανδρέα Παπανδρέου, η οποία δεν έμεινε χωρίς αντιρρήσεις από την εσωκομματική αντιπολίτευση, όπως είχε διαμορφωθεί από το 2ο συνέδριο του κινήματος (Σεπτέμβριος 1990) και τη «σύνοδο του Πεντελικού» (Οκτώβριος 1990). Πράγματι, οι 18 επιλαχόντες βουλευτές υπάκουσαν στην απόφασή του κόμματός τους και αρνήθηκαν να καταλάβουν την έδρα του Δημήτρη Τσοβόλα.

Η σχετική διαδικασία κράτησε από τις 21 Ιανουαρίου έως τις 27 Φεβρουαρίου κι έτσι στις 6 Μαρτίου προκηρύχθηκε αναπληρωματική εκλογή για τις 5 Απριλίου 1992. Η Νέα Δημοκρατία, ο Συνασπισμός και το ΚΚΕ αρνήθηκαν να λάβουν μέρος στην εκλογική διαδικασία, θεωρώντας ότι η έδρα ανήκε ούτως ή άλλως στο ΠΑΣΟΚ.

Η επίσημη γραμμή και των τριών κομμάτων ήταν αποχή, η οποία μάλιστα νομιμοποιήθηκε με νομοθετική ρύθμιση, που προέβλεπε ότι όσοι ψηφοφόροι της Β’ Αθήνας δεν ασκήσουν το εκλογικό τους δικαίωμα δεν θα έχουν τις συνέπειες του νόμου περί υποχρεωτικής ψηφοφορίας.

Την Κυριακή 5 Απριλίου έγινε η αναπληρωματική εκλογή, που δικαίωσε πλήρως τη γραμμή του Ανδρέα Παπανδρέου. Το ΠΑΣΟΚ έλαβε 397.721 ψήφους, έναντι 293.070, που είχε λάβει στη Β’ Αθήνας στις εκλογές της 8ης Απριλίου 1990 (αύξηση 30%) και εξέλεξε τον Γεώργιο - Αλέξανδρο Μαγκάκη. Η Ένωση Κεντρώων Οικολόγων του Βασίλη Λεβέντη έλαβε 110.324 ψήφους, το ακροδεξιό Εθνικό Κόμμα 24.027 και το Κόμμα Λευκό 12.768 ψήφους.

Αμέσως μόλις έγινε γνωστό το εκλογικό αποτέλεσμα, ο Ανδρέας Παπανδρέου ζήτησε την παραίτηση της κυβέρνησης Μητσοτάκη και την άμεση προσφυγή στις κάλπες «πριν επέλθει η καταστροφή», όπως ανέφερε χαρακτηριστικά.

Ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ τόνισε ότι το αποτέλεσμα στη Β’ Αθήνας εκφράζει την πολιτική βούληση ολόκληρου του ελληνικού λαού και πρόσθεσε ότι πρόκειται για μιαν αποδοκιμασία, όχι μόνο του πρωθυπουργού προσωπικά, αλλά και της κυβέρνησης στο σύνολό της, που φέρει την ευθύνη για μια πολιτική εθνικά άκρως επικίνδυνη και οικονομικά άκρως αναποτελεσματική, αντιλαϊκή και άδικη.

Από την πλευρά της, η Νέα Δημοκρατία υπογράμμισε ότι οι εκλογές αυτές ήταν μία εσωτερική υπόθεση του ΠΑΣΟΚ. Κορυφαία στελέχη της, όμως, επέρριψαν ευθύνες στον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη για την τακτική του στο θέμα των εκλογών, ενώ ο Μιλτιάδης Έβερτ ζήτησε τη σύγκληση της κοινοβουλευτικής ομάδας του κόμματος.

Ο Συνασπισμός εκτίμησε ότι η ψήφος του λαού της Β’ Αθήνας αποτελεί εκδήλωση δυσφορίας κατά της κυβερνητικής πολιτικής, αλλά ότι το εκλογικό αποτέλεσμα δεν πρέπει να οδηγήσει σ’ ένα νέο γύρο δικομματικής παρόξυνσης. Το ΚΚΕ σε ανακοίνωσή του επισήμανε ότι το αποτέλεσμα εκφράζει συγκεκριμένη δυσαρέσκεια ενάντια στην κυβερνητική πολιτική και τόνισε ότι η διέξοδος βρίσκεται στην ανάπτυξη της πάλης του λαού.

Το αποτέλεσμα βάρυνε το ήδη τεταμένο κλίμα στη Νέα Δημοκρατία από την κόντρα των Μητσοτάκη - Σαμαρά για το «Μακεδονικό» και τις έντονες αντιπαραθέσεις στους κόλπους του κυβερνητικού κόμματος για την ακολουθητέα οικονομική πολιτική.

Το ΠΑΣΟΚ απέκτησε και πάλι δυναμική εξουσίας και απέρριψε πρόταση του πρώην πρωθυπουργού Γεωργίου Ράλλη για κυβέρνηση συνεργασίας μεταξύ των δύο μεγάλων κομμάτων. Τον επόμενο χρόνο κέρδισε τις εκλογές της 10ης Οκτωβρίου και επανήλθε θριαμβευτικά στην εξουσία με πρωθυπουργό τον Ανδρέα Παπανδρέου.

πηγη :  sansimera.gr