• Τετάρτη, 19 Σεπτεμβρίου
  • 15:33

Αθήνα

27 oC

αίθριος καιρός

Η μέρα που έφυγε από τη ζωή ο «Αρχάγγελος της Κρήτης»- Ο λυράρης που έκλεψε τη γυναίκα του και έγινε σύμβολο της αντίστασης

Στις 8 Φεβρουαρίου 1980 έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 43 ετών ο "Αρχάγγελος της Κρήτης" Νίκος Ξυλούρης. 

Ήταν ένας από τους σημαντικότερους ανθρώπους της ελληνικής μουσικής που έγινε σύμβολο της αντίστασης και έκανε γνωστή τη μουσική της Κρήτης σε όλη τη χώρα.  Γεννήθηκε το 1936 στα Ανώγια Ρεθύμνου και από μικρός βίωσε τις κακουχίες και τη βαρβαρότητα, καθώς οι Γερμανοί έκαψαν το χωριό του και αναγκάστηκε να μετακομίσει με τους υπόλοιπους συγχωριανούς του στον Μυλοπόταμο.

Ήταν 12 χρονών όταν γοητεύτηκε από τη μουσική και έπεισε τον πατέρα του να του αγοράσει μια λύρα. Στα 15 του χρόνια έπαιζε σε γάμους και πανηγύρια και στα 17 του χρόνια εμφανιζόταν στο κέντρο "Κάστρο" του Ηρακλείου. Εκείνη την εποχή γνωρίστηκε με την Ουρανία Μελαμπιανάκη, την οποία γνώρισε σε ένα αποκριάτικο γλέντι στο χωριό Βενεράτο.

Η κοπέλα καταγόταν από πλούσια οικογένεια ενώ εκείνος ήταν ένας φτωχός λυράρης γι'αυτό δεν την άφηναν να τον παντρευτεί. Ο πεισματάρης Ψαρονίκος, όπως ήταν το παρατσούκλι του, την έκλεψε και παντρεύτηκαν κρυφά στα Ανώγεια. Λίγο αργότερα, ο πατέρας δέχτηκε να υπογράψει τα χαρτιά του γάμου και το ζευγάρι έζησε ελεύθερα τον έρωτα του και απέκτησαν δύο παιδιά.

Παράλληλα, ο Ξυλούρης άρχισε να γίνεται γνωστός και στην υπόλοιπη χώρα. Το 1958 κυκλοφόρησε τον πρώτο του δίσκο με την εταιρία «Odeon» με τίτλο «Μια μαυροφόρα που περνά».  Ακολούθησαν και άλλα τραγούδια ενώ το 1966 απέκτησε διεθνή φήμη όταν κέρδισε το πρώτο βραβείο σε ένα φεστιβάλ μουσικής στο Σαν-Ρέμο παίζοντας με τη λύρα του ένα συρτάκι.

Άνοιξε το δικό του κέντρο  "Ερωτόκριτος" και στη συνέχεια μετακόμισε στην Αθήνα όπου είχε κάνει ήδη αίσθηση από το τραγούδι του «Ανυφαντού» .  Ο άνθρωπος που λέγεται ότι τον "ανακάλυψε" ήταν ο ποιητής Ερρίκος Θαλασσινός ο οποίος τον σύστησε στον συνθέτη Γιάννη Μαρκόπουλο. Οι δίσκοι του "Χρονικό" και "Ριζίτικα" σημείωσαν τεράστια επιτυχία και συνεργάστηκε με τον Σταύρο Ξαρχάκο.

Τα χρόνια της Χούντας η φωνή του συνδέθηκε με τον αγώνα κατά της δικτατορίας. Τραγουδούσε στη μπουάτ "Λήδρα" και στο θεατρικό έργο του Καζάκου και της Καρέζη "Το μεγάλο μας τσίρκο" το οποίο διακόπηκε βίαια από τη Χούντα το 1973.

Τη δεκαετία του '70 ο Ξυλούρης ήταν ήδη καταξιωμένος στον χώρο της μουσικής. Αν και μισούσε τη ζωή στην πόλη, απολάμβανε την επαγγελματική επιτυχία. Δεν ενδιαφερόταν για τα χρήματα, σκοπός του ήταν να ερμηνεύει καλά τραγούδια. Όπως έλεγε, "Τα μισώ τα χρήματα. Μα το Θεό δεν βαστώ ποτέ μου. Όχι πως θέλω να το πω, αλλά σ’ ορκίζομαι σε ό,τι ιερό έχω. Όλο τον καιρό που δουλεύω εδώ, ο κόσμος με βλέπει ό,τι ώρα θέλει. Βλέπεις, δεν τραγουδάω πουθενά για τα 30 χιλιάρικα και μετά να εξαφανίζομαι. ’Εγώ είμαι μέσα στον κόσμο. Και στο μαγαζί και στο δρόμο"

Τέλη του '70 ο Ξυλούρης έμαθε ότι έπασχε από καρκίνο του πνεύμονα, που είχε κάνει μετάσταση στον εγκέφαλο. Μετά από μεγάλη μάχη με τον καρκίνο άφησε την τελευταία του πνοή σε ηλικία μόλις 43 ετών.