• Τετάρτη, 18 Σεπτεμβρίου
  • 12:47

Αθήνα

29 oC

αίθριος καιρός

Μάρκος Βαμβακάρης: Δούλεψε ως χασάπης, εφημεριδοπώλης και λούστρος και έχασε δύο παιδιά - Γιατί μίσησε την πρώτη του γυναίκα

«Φραγκοσυριανή», «Τα ματόκλαδα σου Λάμπουν», «Το Μινόρε της Αυγής», το «Αντιλαλούν οι φυλακές», η «Άτακτη», «Οι Πρωθυπουργοί», είναι μερικά αριστουργήματα της λαικής μουσικής που δημιούργησε ο σπουδαίος ρεμπέτης Μάρκος Βαμβακάρης. 

«Φραγκοσυριανή», «Τα ματόκλαδα σου Λάμπουν», «Το Μινόρε της Αυγής», το «Αντιλαλούν οι φυλακές», η «Άτακτη», «Οι Πρωθυπουργοί», είναι μερικά αριστουργήματα της λαικής μουσικής που δημιούργησε ο σπουδαίος ρεμπέτης Μάρκος Βαμβακάρης. 

Ο Βαμβακάρης είχε γεννηθεί στις 10 Μαΐου του 1905 στο Σκαλί της Άνω Χώρας της Σύρου και μεγάλωσε σε καθολική οικογένεια. Ήταν το μεγαλύτερο από τα έξι παιδιά της οικογένειας και από παιδάκι βγήκε στο μεροκάματο για να βοηθήσει οικονομικά την οικογένεια του. Εργάστηκε μαζί με τη μητέρα του σε κλωστήριο και έκανε διάφορες δουλειές του ποδαριού.

Δούλεψε σε χασάπικο και σε οπωροπωλείο, έπιασε δουλειά ως λούστρος και στα 12 του χρόνια είχε ήδη εγκατασταθεί στα Ταμπούρια του Πειραιά και εργαζόταν ως γαιανθρακεργάτης και ως εκδορέας στα σφαγεία.

«... Πότε βγάζαμε το κάρβουνο όξω από τα φορτηγά που ξεφορτώναμε. Πότε πηγαίναμε κάτω στο λιμάνι, πιάναμε μια μαούνα εξήντα, εβδομήντα τόνους, δέκα νοματαίοι, δώδεκα, την οποία έπρεπε να την αδειάσουμε στον Κάνθαρο, μέσα εκεί που είχανε τις αποθήκες του κάρβουνου οι μεγάλοι εφοπλιστές ... », έγραφε στην αυτοβιογραφία του για εκείνη την περίοδο της ζωής του. 

Στα 21 του χρόνια άκουσε τον Νίκο Αϊβαλιώτη να παίζει μπουζούκι σε έναν από τους τεκέδες που διασκέδαζε και αποφάσισε να γίνει μπουζουξής. Άρχισε να μαθαίνει μόνος του να παίζει μπουζούκι και από τότε δεν το άφησε ποτέ ξανά από τα χέρια του.

 «... Λίγο πριν πάω στρατιώτης, το 1924 ή αρχή το '25, άκουσα κατά τύχη τον μπάρμπα Νίκο τον Αϊβαλιώτη να παίζει το μπουζούκι, το οποίον τόσο πολύ μου άρεσε, ώστε έκανα όρκο ότι αν δεν μάθω μπουζούκι θα κόψω τα χέρια μου με την τσατίρα που σπάνε τα κόκαλα στο μαγαζί ... », είχε πει.

Με την πρώτη του σύζυγο

Ο γάμος με τη Ζιγκοάλα 

Στο μεταξύ παντρεύτηκε την πανέμοργη Ελένη Μαυροειδή, την οποία αποκαλούσε Ζιγκοάλα και λέγεται ότι ήταν η πηγή έμπνευσης για πολλά από τα τραγούδια του που έγραψε τα επόμενα χρόνια της ζωής του. Ο Βαμβακάρης την ερωτεύτηκε παράφορα, όμως χώρισαν όταν έμαθε την απιστία της. Όπως είχε πει αργότερα, την είχε μισήσει όσο καμία άλλη γυναίκα στον κόσμο. Μάλιστα, αυτός ήταν ο λόγος που έγραφε τα τραγούδια του με το ψευδώνυμο Ρόκος, ώστε η πρώην σύζυγός του να μην του ζητήσει διατροφή από τα έσοδα των τραγουδιών.

Το 1933 κυκλοφόρησε η πρώτη του δισκογραφική δουλειά από την Odeon και δημιούργησε το μουσικό σχήμα «Η Τετράς η ξακουστή του Πειραιώς».

Η δεκαετία του '30  ήταν η πιο παραγωγική της καριέρας του, κατά την οποία έγραψε το διασημότερο τραγούδι του, τη Φραγκοσυριανή. Όπως είχε πει ο ίδιος για το τραγούδι:

«Όλος ο κόσμος της Σύρου μ' αγαπούσε πολύ, διότι κι εγώ ήμουν Συριανός και το είχαν καμάρι οι Συριανοί. Κάθε καλοκαιράκι με περίμεναν να πάω στη Σύρα να παίξω και να γλεντήσει όλη η Σύρα μαζί μου. Το 1935 πήρα μαζί μου τον Μπάτη, τον αδερφό μου τον μικρό και τον πιανίστα Ροβερτάκη και πήγα για πρώτη φορά στη Σύρο, σχεδόν είκοσι χρόνια αφ' ότου έφυγα από το νησί. Πρωτόπαιξα, λοιπόν, σ' ένα μαγαζί στην παραλία, μαζεύτηκε όλος ο κόσμος. Κάθε βράδυ γέμιζε ο κόσμος το μαγαζί κι έκατσα περίπου δύο μήνες. Εγώ, όταν έπαιζα και τραγουδούσα, κοίταζα πάντα κάτω, αδύνατο να κοιτάξω τον κόσμο, τα έχανα. Εκεί όμως που έπαιζα, σηκώνω μια στιγμή το κεφάλι και βλέπω μια ωραία κοπέλα. Τα μάτια της ήταν μαύρα. Δεν ξανασήκωσα το κεφάλι, μόνο το βράδυ την σκεφτόμουν, την σκεφτόμουν... Πήρα, λοιπόν, μολύβι κι έγραψα πρόχειρα:

Μία φούντωση, μια φλόγα
έχω μέσα στην καρδιά
Λες και μάγια μου 'χεις κάνει
Φραγκοσυριανή γλυκιά...
Ούτε και ξέρω πώς την λέγανε ούτε κι εκείνη ξέρει πως γι ' αυτήν μιλάει το τραγούδι. Όταν γύρισα στον Πειραιά, έγραψα τη Φραγκοσυριανή.»


Τα επόμενα χρόνια έκανε περιοδείες στην Ελλάδα και είχε γίνει ήδη διάσημος ρεμπέτης. Τα χρόνια της κατοχής έχασε τον αδερφό του και τη μητέρα του και το 1942 παντρεύτηκε τη δεύτερη σύζυγό του τη Βαγγελιώ με ορθόδοξο γάμο, που ήταν η αιτία που αφορίστηκε από την καθολική εκκλησία. Απέκτησαν πέντε παιδιά, εκ των οποίων τα δύο πρώτα πέθαναν πρόωρα.

Μέχρι τη δεκαετία του '50 ήταν ο καλύτερος μπουζουξής στην Αθηναϊκή νύχτα. Ωστόσο, η αρθρίτιδα από την οποία αρρώστησε προκάλεσε μεγάλο πλήγμα στην καριέρα του. Σταμάτησε να παίζει για τέσσερα χρόνια και όταν επέστρεψε στη νύχτα δεν ήταν πλέον περιζήτητος.

Τότε συναντήθηκε με τον Βασίλη Τσιτσάνη, ο οποίος ήταν ο άνθρωπος που τον έφερε σε επαφή με την Columbia. Μεγάλοι τραγουδιστές της εποχής ερμήνευσαν τα τραγούδια του, όπως ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης, η Καίτη Γκρέι και ο  Στράτος Διονυσίου.

Ο Βαμβακάρης επέστρεψε δυναμικά στη νύχτα  και καθιερώθηκε ως ο κορυφαίος συνθέτης του ρεμπέτικου τραγουδιού.

Πέθανε στις 8 Φεβρουαρίου 1972, σε ηλικία 66 ετών από νεφρική ανεπάρκεια.

Ακούστε γνωστά τραγούδια του Βαμβακάρη: 

 

Επιμέλεια: Άννα Καρατάσιου 

Send this to a friend