Αθήνα

21 oC

αραιές νεφώσεις

Κόλπα, ψέματα και μετεκλογικές συνεργασίες

Ένα φάντασμα πλανάται πάνω από τη χώρα, το φάντασμα των μετεκλογικών εξελίξεων. Σε αξιοπρόσεκτα πολλές αναλύσεις και συζητήσεις, τίθεται με έμφαση το ερώτημα περί των ενδεχόμενων μετεκλογικών συνεργασιών, συνήθως του ΚΙΝΑΛ ή άλλων μικρότερων πολιτικών φορέων του προοδευτικού χώρου, με ένα από τα δύο μεγαλύτερα σήμερα κόμματα.

Γράφει ο Νίκος Παπαβασιλείου

Θέση μου είναι ότι η φιλολογία αυτή είναι εντελώς άχρηστη και αποπροσανατολιστική και εκφράζει την αγωνία ορισμένων πολιτικών στελεχών διαφόρων παρατάξεων, που βιάζονται να εξασφαλίσουν την πολιτική τους επιβίωση. Σε μεγάλο βαθμό προκαλείται από προπαγανδιστές της κυβέρνησης των ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ, οι οποίοι αγωνίζονται να περιορίσουν τις διαρροές ψηφοφόρων τους προς άλλους περισσότερο αξιόπιστους πολιτικούς σχηματισμούς, κατηγορώντας τους σχηματισμούς αυτούς ότι θα στηρίξουν μετεκλογικά τη ΝΔ. Οι κυρίες και οι κύριοι αυτοί, καίγονται να στρέψουν την προσοχή του κοινού σε θέματα τα οποία κρίνουν ότι μπορούν να διαχειριστούν επικοινωνιακά, βγάζοντας από την επικαιρότητα τις τραγικές κυβερνητικές αστοχίες, Αντί πχ να συζητάμε για την Εξωτερική Πολιτική, για την κατάσταση της Παιδείας και της Υγείας ή για την θανατηφόρο ανεπάρκεια του κρατικού μηχανισμού, θα έπρεπε κατά την άποψή τους να μας απασχολεί από ποια κόμματα θα προκύψει η επόμενη κυβέρνηση.

Θα μπορούσε βέβαια να ρωτήσει κάποιος. Καλά, δεν είναι σημαντικό το "με ποιον θα πας"; Δεν θα πρέπει οι ψηφοφόροι να γνωρίζουν τις προθέσεις των πολιτικών ηγεσιών, ώστε όταν ψηφίσουν το κόμμα Α, να μη έχουν τη δυσάρεστη έκπληξη να το δουν να συμπράττει μετεκλογικά με το κόμμα Β, το οποίο είχε προηγουμένως καταγγείλει σε όλους τους τόνους; Το ερώτημα αυτό θα προσπαθήσω να αναλύσω, αποφεύγοντας την εύκολη απάντηση ότι οι τελευταίοι που έχουν δικαίωμα να το θέτουν, είναι αυτοί που στο πρόσφατο παρελθόν ακύρωσαν και ανέτρεψαν τις δικές τους θέσεις και επιλογές, με μόνο στόχο να κυβερνήσουν.

Η δήθεν αθώα απαίτηση να ξεκαθαριστεί άμεσα αν υφίσταται ενδεχόμενο μετεκλογικής κυβερνητικής συνεργασίας του ΚΙΝΑΛ, του Ποταμιού ή άλλου μικρότερου πολιτικού φορέα με τον ΣΥΡΙΖΑ ή τη ΝΔ, είναι στην πραγματικότητα εκ του πονηρού. Κατ’ αρχάς, μια τέτοια προεκλογική επιλογή θα οδηγήσει αντικειμενικά την πολιτική του μικρότερου κόμματος σε ταύτιση με εκείνην του ενός από τα δύο μεγαλύτερα. Οι πολιτικοί φορείς που θα την επιλέξουν, δεν θα είναι πια σε θέση να διαφοροποιηθούν πολιτικά από την ελληνική Δεξιά ή Αριστερά, θα χρεωθούν τα προβλήματα και τις δυσκολίες τους, θα χάσουν την πολιτική τους αυτονομία και αξιοπιστία και θα οδηγηθούν με μαθηματική ακρίβεια σε συρρίκνωση. Υπάρχει όμως και ένα δεύτερο, εξ’ ίσου σημαντικό ζήτημα. Μια τέτοια απόφαση ακυρώνει τον λόγο ύπαρξης των κομμάτων και τα μετατρέπει από πολιτικούς φορείς με σύνολο αξιών, ιδεών και προτάσεων σε απλούς διαχειριστικούς οργανισμούς. Αυτό σημαίνει ξεκάθαρα υπονόμευση της ουσίας της Δημοκρατίας.

Υπάρχει φυσικά και το ενδεχόμενο να επιλεγεί από τα μικρότερα κόμματα η εκ προοιμίου άρνηση οποιασδήποτε μετεκλογικής σύμπραξης. Κάτι τέτοιο όμως είναι μάλλον απίθανο να συμβεί, καθώς δημιουργεί άλλου είδους προβλήματα στα κόμματα που θα το αποφάσιζαν. Οι πολιτικοί αυτοί φορείς, θα αποκοπούν από την προοπτική συμμετοχής τους στην αντιμετώπιση των ιδιαίτερα σοβαρών προβλημάτων της χώρας και θα τείνουν να αποκτήσουν περιθωριακό ρόλο (βλέπε πχ ΚΚΕ, ΛΕ). Αν μάλιστα δεν υπάρξει τελικά αυτοδυναμία του πρώτου κόμματος, τα μικρότερα κόμματα κινδυνεύουν είτε να συνεργαστούν τελικά με κάποιο από τα μεγαλύτερα και να χαρακτηριστούν δικαίως σαν αφερέγγυα και αναξιόπιστα ή να χρεωθούν τις αναπόφευκτες επαναληπτικές εκλογές που θα γίνουν με το σύστημα της απλής αναλογικής, οπότε είναι βέβαιο ότι θα συνθλιβούν στην ακραία πόλωση που θα προκύψει μεταξύ των δύο πρώτων. Εκτός από τα παραπάνω όμως, η πολιτική αυτή θα αποδυναμώσει τα πιο σοβαρά σημεία της κριτικής της ελλάσσονος αντιπολίτευσης προς την σημερινή κυβέρνηση. Αυτό θα χρίσει τη ΝΔ κεντρικό αντιπολιτευτικό πόλο για όλο το προσεχές χρονικό διάστημα, αφού θα καταστεί εκ των πραγμάτων η αποκλειστική εναλλακτική λύση μελλοντικής εξουσίας.

Κατά την άποψή μου, το δίλημμα αυτό που είναι του είδους «μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα», είναι δυνατό να ξεπεραστεί μόνο με την επιλογή των κατάλληλων μεσοπρόθεσμων στόχων. Αυτό τον καιρό, ο κεντροαριστερός χώρος δεν έχει κανένα λόγο ή κίνητρο να προβληματίζεται για τα μετεκλογικά ενδεχόμενα αλλά θα πρέπει να αξιοποιήσει τον χρόνο που υπάρχει και τις ευκαιρίες που προσφέρονται, προκειμένου να υπογραμμίσει και να ξεκαθαρίσει άμεσα, με σοβαρότητα και με σαφήνεια τις θέσεις του. Τέτοιες είναι οι προτεραιότητες για την έξοδο της Ελλάδας από την κρίση, η αντιμετώπιση των πάγιων μεγάλων αλλά και μικρών προβλημάτων και οι απαιτήσεις για την μελλοντική οικονομική ανάπτυξη. Τέλος ένα πολύ σημαντικό παρεπόμενο μιας τέτοιας διαδικασίας, είναι ότι θα ανανεωθεί το ενδιαφέρον των πολιτών για τις πολιτικές εξελίξεις και θα μειωθεί το ποσοστό αποχής από τις εκλογικές διαδικασίες, το οποίο πλησιάζει αργά αλλά σταθερά το τραγικό 50%.

Με την κατάλληλη λοιπόν προεργασία, στην περίπτωση που τα κόμματα του κεντροαριστερού χώρου βρεθούν μπροστά στο ερώτημα των μετεκλογικών επιλογών, θα είναι έτοιμα να διαπραγματευτούν με επεξεργασμένες, ιεραρχημένες και επί της ουσίας θέσεις, αποφεύγοντας να υποκύψουν σε απαιτήσεις για άνευ όρων συμπράξεις. Οι τελευταίες, εκτός από καταστροφικές για τους ασθενέστερους των συμβαλλομένων, σε καμιά περίπτωση δεν συνεισφέρουν ουσιαστικά στην αντιμετώπιση των προβλημάτων της χώρας, κάτι που έγινε ξεκάθαρο με την χωρίς αρχές σύμπραξη ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ, η οποία δεν υπάρχει λόγος να επαναληφθεί ούτε καν σαν φάρσα.

Στην κρίσιμη κατάσταση που βρισκόμαστε σήμερα και ανεξάρτητα από το εκλογικό αποτέλεσμα, δεν υπάρχει πραγματική προοπτική μακροπρόθεσμων λύσεων η οποία δεν θα συμπεριλαμβάνει ευρύτερες διακομματικές συναινέσεις. Μια κυβερνητική συνεργασία όμως θα μπορούσε να αποκτήσει νόημα και περιεχόμενο, μόνο με τη συμφωνία των πολιτικών δυνάμεων πάνω σε σαφείς και θεμελιωμένες  πολιτικές θέσεις.

Ελπίζω να εξήγησα ότι μια πρόωρη θετική ή αρνητική απόφαση για ενδεχόμενες μετεκλογικές κυβερνητικές συνεργασίες, είναι άνευ αντικειμένου και θα λειτουργούσε αρνητικά για τη χώρα. Αυτό που έχουμε ανάγκη και το οποίο θα ανεβάσει το επίπεδο της λειτουργίας της Δημοκρατίας μας, είναι να υπάρξουν από όλους ξεκάθαρες πολιτικές θέσεις που θα μπορούσαν να αποτελέσουν τη βάση για συνεργασίες. Η αγωνία των κυβερνώντων μπροστά στο ενδεχόμενο σαρωτικής ήττας και οι προσωπικές πολιτικές επώνυμων και προβεβλημένων στελεχών που θέλουν να εξασφαλίσουν το πολιτικό τους μέλλον, δεν επιτρέπεται να αποτελούν εμπόδια στην εντελώς αναγκαία διαμόρφωση ολοκληρωμένων και ειλικρινών θέσεων, που να εκφράζουν τον λαό και να δίνουν προοπτική.

Send this to a friend