Αθήνα

15 oC

βροχοπτώσεις μέτριας έντασης

Ένα περιττό και επικίνδυνο βέτο

Στα τέλη της δεκαετίας του 80 το δίλημμα «διεύρυνση ή εμβάθυνση» κυριαρχούσε σε όλες σχεδόν στις δημόσιες συζητήσεις στην Ευρώπη.

Στα τέλη της δεκαετίας του 80 το δίλημμα «διεύρυνση ή εμβάθυνση» κυριαρχούσε σε όλες σχεδόν στις δημόσιες συζητήσεις στην Ευρώπη.

ΓΡΑΦΕΙ Ο Κώστας Νικολόπουλος

Τελικά η διάλυση του ανατολικού μπλοκ δεν άφησε πολλά περιθώρια για περαιτέρω συζήτηση. Επιλέχθηκε η διεύρυνση με καινούριες χώρες χωρίς προηγουμένως να επιτευχθεί ο απαραίτητος βαθμός ενσωμάτωσης των ήδη υπαρχόντων.

Τα αποτελέσματα εκείνης της επιλογής έγιναν πολύ γρήγορα αισθητά και τα βιώνουμε ακόμα πιο έντονα και καθαρά στις μέρες μας.

Η απόρριψη του Ευρωσυντάγματος από τους λαούς που τους ζητήθηκε συναίνεση μετά από λίγα χρόνια, δεν ήταν καθόλου άσχετη με το γεγονός της ένταξης των νέων μελών.

Η αδυναμία της ΕΕ να έχει σήμερα μια κοινή στάση απέναντι στα σημαντικότερα ζητήματα της εποχής οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στη βιαστική είσοδο χωρών με τελείως διαφορετική πολιτική παράδοση και θεσμική ωρίμανση, χωρίς καμιά ουσιαστική προετοιμασία.

Η επίκληση λοιπόν του προβληματικού της ενταξιακής διαδικασίας για τα νέα μέλη από τη Γαλλία, την Ολλανδία και τη Δανία, δεν είναι τελείως αβάσιμη.

Είναι όμως υπερβολική και σε μεγάλο βαθμό υποκριτική, θυμίζει τη ρήση «κάηκε από το χυλό, φυσάει και το γιαούρτι».

Οι δύο χώρες, η Αλβανία και η Βόρεια Μακεδονία,  έχουν πλέον σχεδόν τριάντα χρόνια ζωής με δημοκρατικό πολίτευμα, με έντονα προβλήματα κατά καιρούς βέβαια, με ανοιχτά θέματα με τους γείτονες τους, με παλινωδίες στη θεσμική τους λειτουργία, αλλά τελικά με μια σταθερή δημοκρατική πορεία.

Όλοι ξέρουν ότι η είσοδος τους στην ΕΕ θα λειτουργήσει σταθεροποιητικά και ευεργετικά για όλα αυτά τα θέματα, ενώ αντίθετα η απομάκρυνση αυτής της προοπτικής τα θέτει σε κίνδυνο.

Από την άλλη το μέγεθος  των δυο χωρών, η κατάσταση τους  και το ειδικό βάρος τους είναι τέτοια που δε μπορεί κάποιος να ισχυριστεί εύκολα ότι θα λειτουργήσουν αποσταθεροποιητικά στο πλαίσιο της ΕΕ, εξάλλου δεν πρόκειται για ένταξη, αλλά για το ξεκίνημα της διαδικασίας.

Ειδικά η Βόρεια Μακεδονία με τη θεαματική στροφή της στη σχέσης της με τη χώρα μας και την υπογραφή της συμφωνίας των Πρεσπών απέδειξε ότι διαθέτει την πολιτική, τη θεσμική και τη διπλωματική ωρίμανση να αντιμετωπίζει, να διευθετεί και να επιλύει δύσκολα και χρονίζοντα προβλήματα.

Επάξια και με το σπαθί της κέρδισε την ευκαιρία της ένταξης στο ΝΑΤΟ και στην ΕΕ.

Η συμφωνία των Πρεσπών είναι εξαιρετική για τις δυο χώρες που την υπέγραψαν, ανεξάρτητα από την εξέλιξη των σχέσεων της Βόρειας Μακεδονίας με την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Το ξεπέρασμα των προβλημάτων που είχαν δημιουργηθεί κατά τις τελευταίες δεκαετίες και η ανάπτυξη φιλικών σχέσεων μεταξύ τους σε όλα τα επίπεδα θα αποφέρουν μεγάλα οφέλη και για τις δυο, αλλά και στην ευρύτερη περιοχή, αφού θα λειτουργήσουν ως παράγοντες σταθεροποίησης στην πάντα ευαίσθητη Βαλκανική χερσόνησο.

Γι αυτό οι τελευταίες αρνητικές εξελίξεις δεν πρέπει να επηρεάσουν τις σχέσεις των δύο χωρών και το θετικό κλίμα που έχει ήδη αρχίσει να δημιουργείται.

Πολύ περισσότερο δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να τεθεί σε αμφισβήτηση η βιωσιμότητα της συμφωνίας.

Ωστόσο είναι κοινό μυστικό ότι η συμφωνία αυτή έγινε δυνατό να επιτευχθεί υπό την προσδοκία της ένταξης της γειτονικής χώρας στην ΕΕ και στο ΝΑΤΟ.

Αυτό ήταν το μεγάλο επιχείρημα του πρωθυπουργού Ζάεφ στην προσπάθεια του να αντιμετωπίσει τους εθνικιστές  στη χώρα του και να πείσει τους συμπολίτες του να την αποδεχτούν.

Κορυφαίοι παράγοντες των ΗΠΑ και της ΕΕ ενίσχυαν αυτή την προσδοκία με κάθε ευκαιρία.

Κανένας υψηλόβαθμος αξιωματούχος της Ένωσης δεν έθεσε ποτέ, ούτε καν υπαινίχτηκε ότι η επίτευξη μιας συμφωνίας είναι ανεξάρτητη από την πορεία των σχέσεων της Βόρειας Μακεδονίας με την ΕΕ.

Γι αυτό το δικαίωμα του βέτο που άσκησαν οι τρεις ευρωπαϊκές χώρες κατά την τελευταία σύνοδο κορυφής προκάλεσε πολιτικό σεισμό και έγινε αφορμή για απρόσμενες εξελίξεις στη γείτονα.

Η θέση των τριών ευρωπαϊκών χωρών έρχεται σε μια ρευστή περίοδο με μεγάλες αβεβαιότητες και ανασφάλειες στις διεθνείς σχέσεις, να επιβαρύνει ακόμα περισσότερο το κλίμα που επικρατεί.

Αυτή η στάση τους δεν επιδέχεται βέβαια καμία σύγκριση με την εγκατάλειψη των Κούρδων της Συρίας από τις ΗΠΑ.

Όμως αν οι σημαντικοί διεθνείς παράγοντες συνεχίσουν με αυτόν τον τρόπο, σε λίγο δε θα εμπιστεύεται κανένας, κανέναν και τίποτα.

Χωρίς ένα ελάχιστο αμοιβαίας εμπιστοσύνης και αξιοπιστίας των Κρατών και των διεθνών θεσμών, δε μπορεί να υπάρξει σοβαρή διαβούλευση και συνεργασία.

Αυτό σημαίνει ότι θα είναι εξαιρετικά δύσκολο να αντιμετωπιστούν προβλήματα και να προωθούνται σημαντικά θέματα.

Send this to a friend